Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

In the land of the lotus eaters

     Πώς το λένε εκείνο το συναίσθημα , όταν είσαι λίγο αποσβολωμένος και λίγο χαμένος λίγο dazed and confused, όταν είσαι λίγο βουρκωμένος και λίγο ανακουφισμένος. Σαν να έφυγε από πάνω σου ένα βάρος όταν ξαναβρεθηκατε. Σαν να γέλαγες όλον αυτόν καιρό και να μην ήξερες γιατί, αλλά τώρα ξαφνικά έχουν όλα νόημα. Όταν θυμάσαι όλα τα σ' αγαπώ ,όλες τις υποσχέσεις στα σκοτεινά ,όλα τα αγγίγματα και όλες τις στιγμές που ένιωσες ότι ανήκεις. Όταν η θολούρα σου πήρε το χέρι και σε τράβηξε τόσο μακρυά. Και γύρω από ένα τσιγάρο περιστρέφεις την ύπαρξη σου,γιατί σου έμαθε να στρίβεις.
    Πώς το λένε αυτό; Νοσταλγία; Όχι ακριβώς, δεν είναι ότι σταμάτησες ποτέ να την κουβαλάς μέσα σου. Δεν είναι ότι έφυγε ποτέ. Σίγουρα κάποιες φορές θα ευχόσουν να ήταν εκεί όταν θα περιπλανιόσουν στον κόσμο ατίθασος και ελεύθερος. Αλλά ξέρεις ότι δεν θα ήταν το ίδιο. Δεν θα είχες αυτό το κενό να γεμίσεις. Θα ήταν σπίτι πάλι. Θα ήσουν σπίτι πάλι. δεν θα είχε σημασία το τι και το που. Μόνο αυτό. Μόνο Εμείς.
  Πώς ο λένε αυτό το συναίσθημα, που σου λείπουν όλα κάτι στιγμές τόσο δυνατά και ψιλοβουρκώνεις αλλά δεν κλαις. Και δεν ξέρεις γιατί. Αυτό ρε παιδί μου που όταν παίζουν το τραγούδι σας σκέφτεσαι ποσό απύθμενα όμορφο θα ήταν αν ήταν εδώ. Γιατί ξέρει τι σημαίνει για σένα αυτό το τραγούδι. Σε ολόκληρο το σύμπαν σε όλη την δημιουργία σε ότι υπάρχει σε όλες τις εποχές μόνο αυτή θα ήξερε τι σημαίνει για σένα αυτό το τραγούδι. Μόνο αυτή να σε βλέπει μέσα στο αχανές του σύμπαντος.
    Πως το λένε αυτό που όταν ψιλοκοιμάσαι κάτι φορές ενώ ξέρεις ότι είναι τόσο μακρυά και σε απόσταση και σε ζωή , ακόμα κάτι φορές κάνεις να την πάρεις αγκαλιά σαν να είναι δίπλα σου, σαν να μην έφυγε πότε. σαν να μην έπρεπε να φύγει ποτέ. Λες και άπλα ανήκει εκεί , λες και δεν θα μπορούσε να είναι πουθενά αλλού γιατί δεν θα ήταν σωστό.
    Ξέρεις ποιο λέω, αυτό που κάτι φορές σου μιλάει για την δουλεία της και για την ζωή της και εσύ απλά την φαντάζεσαι να είναι εκεί όταν γυρνάς σπίτι, με τα μαλλιά της πιασμένα περίεργα φορώντας τα γυαλιά της,διαβάζοντας στον καναπέ κάτι. Όταν ξέρεις ότι είσαι σπίτι γιατί είναι εκεί. Γιατί αυτή είναι το σπίτι. Γιατί τα πάντα μυρίζουν σαν εκείνη. Και τότε δεν έχουν και πολλά πράγματα σημάτια, ούτε όλα αυτά που τράβηξες ούτε αυτά που θα τραβήξεις. Μόνο αυτό. Μόνο Εμεις.

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 22 και ακόμα δεν θυμάμαι πως το λένε.

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Skull and bones

Kαι να'μαι λοιπον, πανω στην βαρκα μοναχος. ουτε μουσα να τραβαει το κουπι ουτε σκοταδι για παρεα. τιποτα. εκει κοιτωντας τον μαυρο τρουλο της σκεψης ημουνα παλι στο μονοπατι που ξερω καλα αλλα ακομα δεν γνωριζώ που με παει. τα ποδια στο τυρκουαζ νερο, τσιγαρο να ανεμιζει και εγω να αποπλανουμε στα ανοιχτα. τωρα πια η στερια θυμιζει σαν να μην υπηρχε ποτε και απλα αφηνομαι στα ρευματα. και ηταν ησυχα. οχι ομορφα, αλλα τουλαχιστον ησυχα. μεχρι που αρχισε το νερο να κρυωνει . εσβησε το τσιγαρο και τα νερα θολωσαν σαν να πνιγηκαν στην σταχτη . τοτε καταλαβα οτι ειχα παρεα. οτι μεσα στο μυαλο μου δεν ημουν μοναχος. ''Δεν ειναι καλυτερα τωρα που δεν αναζητω την προσοχη σου με την βια; που δεν χρειαζεται να πληγωσω το κορμι σου για να σου δωσω ν καταλαβεις πως δεν ανηκεις μεταξυ σαρκας και ψυχης που τρεμουν στον τυφωνα;'' ακουστηκε να λεει η φωνη του απο πισω μου. Και τοτε σαρκαστικα απαντησα:'' ολα ροδινα οπως το λες, αυτο παντα ηθελα για μενα.''. Και ετσι κυλησαμε στο βαθος της νυχτας, στο βαθος της γαληνης.

Με λενε κωνσταντινο ειμαι 21 και ειμαι στην βαρκα μου αλλα ποτε δεν ειμαι μοναχος.

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Χ.

Eίναι αστείο αν το καλοσκεφτεις, Πώς ξεκινήσαμε και που είμαστε τώρα. Ήταν θυμάμαι όλα τόσο αγνά κάποτε σχεδόν γλαφυρά και αέναα. Ή έτσι τουλάχιστον θέλω να τα θυμάμαι, να κάθομαι μοναχός μου στο παράθυρο και να σκαλίζω αναμνήσεις στο κεφάλι μου μέσα για να έχω κάτι να κάνει το βράδυ να περνά. Κι ώμος πόσο όμορφα ήταν και τώρα τι; μια άσχημη βροχή σε ένα μουντό και ζεστό φθινόπωρο με κάνει να αισθάνομαι κιτρινισμένος και εγώ και να έχω μια τάση να αφεθώ σε κάποια βαρύτητα; και να αγγίξω της γης ετούτης τα χώματα και να ξαπλώσω.
Έτσι να γεννηθήκαμε άραγε όλοι μας μοχθηροί και άκαρδοι; Κάποτε έτσι πίστευα ,πίστευα τόσο έντονα στο σκοτάδι και στην μοναξία μου  μόνο και μόνο για να έχω κάτι να ρεμβάζω τις ερεβώδεις ώρες μεταξύ 2 και 4 το πρωί. Πάντα είναι εκείνες οι ώρες στις οποίες χάνομαι και κάτι άλλο μέσα μου τραυλίζει την ανάγκη μου να χαθώ. Απλώς να αφεθώ στις αναθυμιάσεις και να γίνω ένα με την αποπνικτική ατμοσφαίρα γύρω μου.  Και αν δεν ήταν εκείνη, όχι η γνωστή , ίσως και να γινόταν .ίσως και να γινόμουν και 'γω μια σιωπή που πνίγει όνειρα στο πολύφωτο, και ναι σκέφτομαι ότι κάτι φορές είμαι όντως μελανός και άδειος και τότε εκείνη έρχεται και με γεμίζει γιατί νιώθει το αίμα μου , είναι και δικό της, και δεν με βλέπει γιαυτό που  νόμιζα ότι ήμουν , δεν βλέπει το τέρας βλέπει το πρόσωπο που πάντα έκρυβα : ένα μικρο χαμένο αγόρι ερωτευμένο με την νύχτα.
  Είναι κάτι φορές που τη νύχτα όμως με ποτίζει τόσο που ακόμα και αν ακούω το όνομά μου
 φαίνεται να το ξεχνώ και ολισθαίνω σε μια νιρβάνα τόσο νωχελική σαν κωματώδη κατάσταση που μου κλείνει τα μάτια και με αφήνει να γλιστρήσω στο άπειρο που κρύβεται στα ανοιχτά των κροτάφων μου. Και τότε έρχεται εκείνη να με βγάλει από την ασυνέχεια και ταραχή της βαλτώδης ηρεμίας μου και να μαστιγώσει την αρρώστια με την παρουσία της. Σκίζει την νύχτα με τα χέρια της και αφήνει τον ήλιο να μπει και να βασιλέψει στο νου μου. Και 'γω άπλα στέκομαι αποσβολωμένος,  σκεπτόμενος ότι δεν μου χρειάζονται πολλά πράγματα στην ζωή μου , δεν χρειάζεται να προσπαθήσω τόσο να απαλύνω της φύσης μου το μελανό , γιατί αν ένα  τέτοιο κοριτσάκι με αγαπάει , πόσο κακός μπορεί να είμαι ;

Με λένε Κωνσταντίνο,είμαι 21 τώρα πια δεν φοβάμαι πια τις  ώρες 2 με 4  γιατί ξέρω ότι θα έρθει να με βρεί

Κυριακή 11 Αυγούστου 2013

Its like I'm sleepwalking

Πώς γίνεται να μην είσαι εδώ; Πως; Πως γίνεται να μην περνάω την πιο σκοτεινή μου ώρα μαζί σου; Πως γίνεται να μου είπες σ'αγαπώ μια μέρα στα σκοτεινά τότε που κοιμόμασταν μαζί και δενόντουσαν οι ψυχές μας σε έναν κόμπο αέναο και αμετάβλητο και τώρα να βαδίζω την σκοτεινή κοιλάδα αυτή μονός μου; Μονός μου ανάμεσα σε χιλιάδες. Πως γίνεται να αφήνομαι σε ένα σκοτάδι και μια άπατη για να κοιμηθώ; Πως μου λες; Πως γίνεται ακόμα κάθε νύχτα να την ποτίζω με την ουσία σου;  Και γιατί; Γιατί ακόμα όταν εξερευνώ τα σκοτάδια και περιμένω να φανείς; Γιατί έρχεσαι κάθε μέρα και κάθε νύχτα στο κεφάλι μου; Γιατί μου προσφέρεις δέκα λεπτά μονό γαλήνης;
Χτες ήταν μια άλλη μέρα. και ανάμεσα σε αλκοόλ και οπιούχα άρχισε η γη γύρω μου πάλι να τρέμει και σταδιακά εξαφανίστηκα , διαλύθηκα εκ των έσω και ανασχηματίστηκα άλλου, σε κάποια άλλη γη σε κάποιο άλλο σύμπαν σε άλλους κόσμους . Το δέρμα μου ασήμιζε στην έλλειψη του φωτός . Ήμουνα κάπου αλλού και έβλεπα ένα αστέρι να πεθαίνει. Έβλεπα έναν απρόσμενο τυφώνα αέριων και αζώτου να σκίζουν το απέραντο και αχαρτογράφητο διάστημα. Και τότε κατάλαβα ότι ήμουν τόσο μακρυά. Κατάλαβα τα πάντα σχεδόν. Εκατόν σαράντα εφτά χιλιάδες έτη φωτός από την γη και ακόμα ήσουνα μέσα μου στον πυρήνα μου σε ό,τι ονομάζουμε ψυχή, εκεί κατοικούσες. Ήμουνα τόσο μακρυά και έβλεπα κάτι τόσο αχανές και αναρίθμητο που ο νους δεν μπορούσε να αντιληφθεί και όμως ήσουνα εκεί. 'Ή έστω εν κομμάτι σου. Καθώς άγγιζε το κενό δέρμα μου ,ήμουνα ελεύθερος άπο τα πάντα από το οτιδήποτε. Ελεύθερος από κάθε άξια από κάθε κληρονομιά και κάθε χάρισμα που μου κληροδοτήθηκε. Είχα μονό λίγη οργή μέσα μου, λίγη αγανάκτηση. ανάμεσα στους κοσμικούς ορυμαγδούς  και στο απέραντο κενό του διαστήματος άρχισε το σώμα μου να διαλύεται σε εκατομμύρια εκρήξεις καθώς έβλεπα κάτι καινούργιο να γεννιέται μπροστά μου. Μέσα από τον απολυτό και επικό θάνατο ενός αστεριού μέσα από τις εκατομμύρια συμπλεγματα φωτος και ασχημάτιστης μάζας τόσο πιο μεγάλα απο'τι μπορεί το μυαλό να αντιληφθεί γεννήθηκε ένα άλλο φως. ένα φως που με ξενίζει. Τόσο αχανές και απόλυτο που με κατέκτησε σε όλα τα επίπεδα που υπάρχουν στο σώμα. Σε όλα τα επίπεδα που μπορεί να διανοηθεί ο νους. Το μονό που ακούγονταν ήταν οι αλλεπάλληλες εκρήξεις και η φωνή σου όταν γελάς. Εκεί αιωρήθηκε το σώμα μου για χιλιάδες χρονιά.  ανάμεσα στα απειρα χρώματα , τόσα πολλά που ακόμα δεν μπορώ να τα ονομάσω όλα, αφέθηκε το μυαλό μου και παρηγορήθηκε ο νους από τόσους καταστροφικούς ήχους που μέσα από τη παρακμή και τον θάνατο μιας θείας δημιουργίας αρμένιζαν στο κενό και πέρναγαν από μέσα μου σε τόσα κύματα απαράμιλλα και συμπαγή. Τότε στάθηκε ο χρόνος ακίνητος σαν να αναιρέθηκε η αρχή του και μέσα από τον απολυτό σκοτάδι συμπυκνώθηκαν τα πάντα σε μια μικρή σφαίρα στο χέρι μου. Είχα στα χεριά μου την ζωή ενός νεαρού αστεριού ,μιας νέας ύπαρξης τόσο απέραντης, τόσο κοσμικής και αχαλίνωτης που έτρεμε ότι και αν είναι αυτό που ονομάζεται ψυχή μέσα στο στήθος μου. Ταλανίζονταν η ψυχή μου μέσα μου σε έναν ρυθμό μελαγχολικό σαν ένα ρέκβιεμ για την ζώη που χάθηκε και την ζωή που κερδήθηκε. Πώς άραγε να ζήσω σε ένα σύμπαν που με διώχνει; Και έτσι έφυγα για λίγα μόνο λεπτά και έζησα κοσμικές στιγμές στο απέραντο της ανθρωπινής φαντασίας. Σε άλλες πραγματικότητες με άλλα όνειρα και ελπίδες ξένων πολιτισμών. Κράτησα ένα νεογέννητο αστέρι στα χέρια μου και απαλύνθηκα από το φως του ένα εκατομμύριο φορές. Και καταστράφηκα από τo βεληνεκές του άλλες τόσες. Είδα ότι μέσα από τον θάνατο βρίσκεις δέος. Και το πρώτο πράγμα που μου πέρασε από το μυαλό είναι αν θα δεις το φως που κρατώ όταν κοιτάς τον ουρανό. Όταν κοιτάς τον ουρανό άραγε με σκέφτεσαι ποτέ; Σκέφτεσαι ποτέ ότι κρατάω ένα από τα αστέρια που βλέπεις και κυριαρχείς στον λογισμό μου;

Με λένε Κωνσταντίνο είμαι 21 και αν έφευγα μακρυά σου, άραγε θα σταματούσα  πότε να νυκτοβατώ;

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Let the right one in

Συνάντησα τον Διάβολο εχθές. Στέλνει φιλιά και χαιρετίσματα. Και μετά χάθηκε στο σκοτεινό μιας αγκαλιάς που ήρθε να εξιλεώσει το ξημέρωμα και να αφήσει το πικρόχολο και κοφτερό του ραγίσματος για πρώτη πρωινή γεύση, μια γεύση σαν μέταλλο και χλωριούχο νάτριο. Πικρή και σχεδόν  ξεχασμένη. Αλλά παρούσα όπως πάντα. πότε δεν αργούσε στα ραντεβού μας. Δεν ήξερε από happy endings αυτή. Ήθελε πάντα να σκάει στο άνθος της ελπίδας και κοφτερή να μουδιάζει την γλώσσα και να κόβει από την ψυχή ότι περίσσευμα μένει μονό για να αφήσει κάτι ψιλά για να βγάλεις την μέρα.
Συνάντησα τον Διάβολο χτες και δεν είχε την μορφή σου αλλά σε προσέφερε σαν αμαρτία που ταλανίζει το σώμα μου και ξεπετσιάζει την ψυχη από αντοχή και αξιοπρέπεια. Έτσι με αφήνει γυμνό σε ότι συναίσθημα τύχει να περάσει όσο είσαι δίπλα μου. Και γω σε δέχτηκα πάλι μέσα μου σαν απαράμιλλα ερωτική και ταυτόχρονα πλατωνική επαφή. Σαν καπνος πια δεν κάθεσαι καν να σε αγγίξω, μετενσαρκώθηκες σε σκιά και ξεκινήσαμε το κυνήγι εσύ μπροστά και 'γω από πίσω πάλι και τώρα δεν νιώθω τίποτα, λες και μόλις απομακρύνθηκες έφυγε οποιοδήποτε ναρκωτικό ποτίζεις τα μαλλιά σου και νιώθω πάλι το κατέβασμα απότομο και άτσαλο να υποδέχεται τα πόδια μου σε σπασμένα γυαλιά και καρφιά στο σχήμα του ματιού σου. ''Πήγαινε κοιμησου'' μου λες μετά. όχι , όχι το μόνο που θέλω είναι αυτή η σάπια γαλήνη που νιώθω να με κατακλύζει καθώς αποβάλλω την επήρεια σου από μέσα μου . Ή τουλάχιστον αυτό νομίζω ότι κάνω. Ή έστω θέλω. Έτσι απλά μια μέρα να ξυπνήσω και όλο αυτό το αχανές κουβάρι , όλα αυτά τα πολυτραγουδισμένα  που τακτικά κρύβονται μέσα μου αλλά επίσης τακτικά με επισκεπτονται κάθε φορά που κάτι δικό σου αγγίζει το σώμα μου, απλά να εξαφανιστεί και να μην αφήσει τίποτα, ούτε μνήμη ,ούτε έρωτα, ούτε γέλιο ,ούτε θλίψη, ούτε ομορφιά, ούτε αρρώστια. Έυσεβείς πόθοι που εύκολα λέγονται.  Η αλήθεια είναι ότι μόνο εσύ με ξέρεις. Μονο εσύ ξέρεις τι είμαι . Μόνο εσύ με βλέπεις μέσα σε τόσο πλήθος. Μόνο συ με βλέπεις. Δεν μπορώ άλλο ήρθε η εξάντληση να με πάρει  να με βάλει για ύπνο να ξαπλώσει δίπλα μου και το πρωί να ξανά τυλιχτεί πάλι γύρω μου.

Με λένε  Κωνσταντίνο, είμαι 20 και συνάντησα τον Διαβολο χτες και τον άκουσα που μίλαγε για σένα.

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

My Dahlia, bathed in possession


Δεν ονειρεύομαι πολύ. Πάντα νόμιζα ότι τα όνειρα είναι μια απεικόνιση του τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό μας όσων άφορα τους πόθους. Και κάτι τέτοιο παίζει να είναι. Μια γλαφυρή αναπαράσταση του τι θέλω. Και εγώ δεν ονειρεύομαι τίποτα.σαν να πλέω στην πιο ήρεμη θάλασσα. Ούτε κύμα ούτε χαρά ούτε τίποτα. Μια τεράστια θάλασσα tch. Μονό μούδιασμα και αγαλλίαση. Όχι ακριβώς αγαλλίαση, αυτό το συναίσθημα που νιώθεις όταν σκάει το παυσίπονο μέσα στην απελπισία και νεκρώνει τα πάντα  Kαι έτσι νερωμένος βρίσκεις ηρεμία. Από την μια είναι αυτές οι στιγμές. από την άλλη είναι εκείνες οι άλλες, που ντύνεσαι σε ένα ξένο δέρμα και δεν υπάρχει κόσμος που να μην νιώθεις ανοικτό το σώμα σου, καμία υπόθεση κανένας πόνος όλα ξεχύνονται από μέσα μου και φεύγουν από το σώμα σαν αρρώστια , σαν παράσιτο. και τότε είναι που νιώθω την γη να ξεριζώνεται και να περιστρέφεται γύρω από το νέο μου πετσί. Έτσι νιώθω κάτι φορές. σαν να ντύνεται γύρω μου και να με προστατεύει από όλα αυτά που ξέρει ότι με φοβίζουν. και δεν είναι καν εδώ. ίσως είναι η επιθυμία μου η δεν ξέρω και 'γω τι. και έτσι τα βιώνω σαν όνειρο πια, χωρίς ανταπόδοση και κρύβω όλα μου τα μυστικά στο δέρμα. Πότε στο δικό μου πότε στο δικό της. Κινούμαι λοιπόν σε μια θάλασσα χωρίς ρεύμα, χωρίς αέρα, τραγουδώ ένα τραγούδι που δεν τραγουδιέται πότε και τρεμοπαίζω την ύπαρξη της στα χείλια μου που και που Έτσι κρυφά στα σκοτεινά όπως καλύτερα ξέρω για να μην ξεχνιέμαι και να κρατιέμαι στην γη . Κάθε μέρα έτσι για λίγο, σαν ηρωίνη ξεφεύγει στον οργανισμό μου με έχει εθίσει στο οτιδήποτε δικό της και μέσα από την αρρώστια φτιάχνω άλλες μνήμες που ταλανίζονται από το φανταστικό της φύσης τους. Τρεις νότες όλες μου οι μέρες και στο τι θα γίνει πως που τι και πότε μουδιάζει ο νους μου και παρασέρνει το σώμα στα ανοιχτά που περπατώ και χάνομαι , όχι σε κάποια στενά , όχι σε κάποιον άγνωστο δρόμο, χάνομαι μέσα στο ίδιο μου το κεφάλι. Άπλα θρυμματίζω τα μυστικά μου και φτιάχνω καινούργια γιατί μόνο έτσι για λίγο φεύγει το βάρος τους από το στήθος μου. Και μετά σιωπούν όλα για δεκαπέντε δευτερόλεπτα, με αγκαλιάζει η εξάντληση και κοιμάμαι σαν να πεθαίνω, ούτε όνειρα ούτε ξεκούραση ούτε ηρεμία.

Με λένε Κωνσταντίνο είμαι 20, και μεσα στο κέλυφος μου περιμένω.


Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Τοy piano

Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με πιάνει και μελαγχολώ κάθε μεσημέρι που βρίσκομαι έξω. Δεν είμαι συχνά έξω τα μεσημέρια. Δεν αρέσει ο ήλιος. οπότε είτε είμαι σπίτι είτε είμαι σε κάποια δουλειά. Αλλά όταν με πετυχαίνει και είμαι έξω νιώθω απών από σώμα και νου. Κινούμαι μηχανικά ,σχεδόν χαζά. Σήμερα έκατσα σε ένα πάρκο ,δεν ξέρω γιατί, αλήθεια. Μου λείπει να πηγαίνω στο πάρκο. να φέρνω από το σπίτι τα παιχνίδια μου και άπλα να γεμίζω το μυαλό με ότι να' ναι. Ίσως βιάστηκα να μεγαλώσω. Ίσως να μην έπρεπε. Ίσως να ήμουνα καλύτερα ως παιδί τότε που τα πράγματα είχαν σημασία και όλα έμοιαζαν τόσο αρμόνικα. Βιάστηκα να μεγαλώσω ,να βγω ,να δω. Κάνεις δεν μου είπε όμως ότι όλα αυτά που θα γίνονταν δεν θα'ταν στην τηλεόραση Σάββατο πρωί. Θα ήταν αλήθεια. Και η αλήθεια είναι μεγάλη μαλάκια. Δεν έχει ούτε backspace ούτε κουμπί για να σβήσει. Νόμιζα ότι η ζωή θα είναι μια περιπέτεια και'γω για 'κει ξεκίνησα και κάπου στα μισά ξέμεινα σαν τον Οδυσσέα στην γη κάποιων λωτοφάγων με σπασμένο το σπαθί μου και τόσα μυριάδες πράγματα πάνω στο κεφάλι μου.Βιάστηκα να μεγαλώσω. Κάνεις δεν μου είπε να περιμένω. Κάνεις δεν μου είπε ότι ήμουνα πάνω σε ένα τρένο που θα με έφερνε εδώ έτσι και αλλιώς. Δεν χρειάστηκε να γκαζώσω  μέχρι αηδίας. Αλλά τότε ήταν  όμορφα, ήταν όμορφο το σφύριγμα της καμινάδας του τρένου εκείνου και δεν με ένοιαζε η ομίχλη μπροστά. Το μόνο που ήθελα ήταν να ζήσω την περιπέτεια να σώσω όλες τις πριγκίπισσες, να σφάζω όλους τους δράκους και να γυρίσω σπίτι νωρίς. Μα το τρένο δεν σταμάτησε ποτέ και είμαι ακόμα πάνω και κάθε μεσημέρι νιώθω ότι γίνομαι σκόνη κάτω από τον μεσημεριανό  ήλιο και φθείρομαι μέχρι να φτάσει το σαράκι στο μόνο ατόφιο πράγμα που έχω μέσα μου. Στον εφτάχρονο εαυτό μου. Αυτός την είχε καλά την δουλειά, είχε όλα τα θέματα λυμένα. Και όμως δεν έφτανε αυτό. Έπρεπε να δω τι υπάρχει πέρα από το πάρκο, να δω και άλλα κάστρα και να σώσω όσους μπορώ στο ταξίδι μου. Αλλά άρχισα να κουράζομαι και είμαι μόνο 20 χρόνων. Θυμάμαι όταν ήμουνα μικρός δεν έπρεπε να πατήσω στους αρμούς απ' τα πλακάκια γιατί ήτανε φτιαγμένοι από λέιζερ και ότι κάθε έδαφος εκτός από τον καναπέ ήτανε λάβα. Αν έπεφτα βέβαια όλα καλά, έκανα τα κόλπα μου και συνέχιζα. Αυτό ήτανε καλό. Ήτανε σπάνιο και γι'αυτό ήταν ωραία , έπεφτες και άπλα σηκωνόσουν και συνέχιζες. Τώρα δεν ξέρω γιατί αλλά όταν πέφτω αργώ για να ακούσω τον γδούπο της επαφής του σώματος μου με το πάτωμα. Και όταν έρθει η στιγμή μου φαίνεται δύσκολο να σηκωθώ. Αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι γιατί ακόμα πιστεύω στο τρένο. Πιστεύω ότι κάπου θα με βγάλει. Δεν θέλω τόσο πια να με πάει μπροστά προτιμώ να με πάει πίσω και ας είναι και αργά. Δεν πειράζει. Εγώ είμαι έτοιμος να παίξω με τα παιχνίδια μου. Γιατί αυτά τα αγαπούσα και με αγαπούσαν και αυτά. Και ήταν καλά. Ήταν ήρεμα.

Με λένε Κωνσταντίνο ,είμαι 20 και η καλύτερη μουσική θα βγαίνει πάντα από το μικρο κουρδιστό πιάνο που έχασα στο πάρκο.

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Transatlanticism

Και έτσι σταματάμε να είμαστε τέρατα. Εξευμενιζόμαστε και γινόμαστε γήινοι. Δεν σταματάμε να τρομάζουμε ο ένας τον άλλον απλά έχουμε βαρεθεί αυτήν την φάση ,ξέρω 'γω. Δεν σε κατηγόρησα ποτέ. Μου ήταν απλά πιο εύκολο να φταίω πάντα εγώ. Είχα ψιλοσυνηθίσει. και όμως είμαι εδώ διεκδικώντας μια αγκαλιά και γράφοντας λόγια πολλά. Όμως δεν σου φτάνουν τα λόγια πια. είναι λίγο μαλάκια που αυτό ξέρω να κάνω καλύτερα. Και όμως όταν σου μιλώ είμαι σαν χαζό. Όταν σου μιλώ όχι για μαλακίες άλλα για όλα αυτά που έχουν σημασία τις ψευτοφιλοσοφιες μου και όλα τα βαρύγδουπα που είχα να πω αντί απλώς να σε πάρω αγκαλιά και να σε αγαπήσω πέρα από κάθε σκέψη σου. Να σε κρατήσω τόσο σφιχτά έτσι ώστε να μην φύγεις ποτέ. Αλλά κάπου εκεί έκανα αυτό που κάνω καλύτερα από το να γράφω. τα έκανα σκατά. Και εσύ τρόμαξες και 'γω απλά δείλιασα. Και θα εκπλαγείς με το πόσο μπορεί να κατηγορήσει τον εαυτό του ένας άνθρωπος αλλά , ξέρεις ,το έριξα και αυτό το εμπόδιο. Τώρα εσύ απλά γίνεσαι και εκρηγνύεσαι σε μικρές θεϊκές εκρήξεις στον άχαρο τούτο κόσμο και 'γω απλά θα έδινα τα πάντα για μια μικρή βόλτα στο τρενάκι της ζωής σου. Αλλά μου λες οτι δεν γίνεται να ανήκεις σε μένα. Δεν είναι και πολύ δίκαιο για όλους αυτούς,  γιατί εντάξει μεταξύ μας, όλοι αξίζουν λίγο από αυτήν την λάμψη. Γιατί έμαθες να λάμπεις καλή μου. Σαν να είσαι φτιαγμένη από ένα φως τόσο λαμπερό και απύθμενο που κάποιες φορές είναι το μονό που μπορεί να με κάνει να ξεχαστώ και να γελάσω. Nαι ,εσύ είσαι αυτή. Ναι, ελπίζω αν το διαβάζεις αυτό να χαμογελάσεις. Kαι κάπου εδώ μπαίνουν τα όνειρα , τόσο έντονα και ζωντανά που μου σηκώνουν την τρίχα κάθε φορά. Όνειρα που λίγο πριν με πάρει ο ύπνος έρχονται σε μένα και κοιμούνται στην αγκαλιά μου για να την κρατάνε ζεστή για σένα. Kαι είναι καλά. Και όταν τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα τότε όλα είναι απλά κρυστάλλινα, απτά και πανέμορφα. Αλλά μέχρι να γίνουν το μονό που έχω είναι το μπουκάλι μου, τα τσιγάρα μου και μια ελπίδα ότι θα πάω μια βόλτα στο τρενάκι σου .Ότι θα νιώσω την αδρεναλίνη του να με γειώνεις και να γελάς επικριτικά με αυτά που λέω, ότι απλά θα ξαπλώσεις πάνω μου για πέντε λεπτά και ο κόσμος και η γη θα έχουν νόημα ξανά . Θα έχουνε λόγους να κινούνται για μένα, για μας. Γιατί για ένα ''εμεις'' αξίζουν όλα, μικρή μου. Για ένα ''εμεις'' αξίζει ο κόσμος να περιμένει μέχρι να σταματήσεις να με φιλάς και να μου τσιμπήσεις την κοιλιά.


Με λένε Κωνσταντίνο είμαι 20 και fade out..

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

And it comes of the walls


Έχω μιλήσει πολλές φορές , σχεδόν αναρίθμητες πια για το πως κυλά και ελίσσεται το σκοτάδι μεσα μου. Και διαβάζοντας κάνεις αυτά τα κείμενα θα νόμιζε ότι όλη η ζωή μου αποπνίγεται και διαστρεβλώνεται από ένα έρεβος που με στοιχειώνει καιρό τώρα. Αλλά όχι δεν είναι πάντα έτσι. Υπάρχουν φορές που αντιλαμβάνομαι το φως όταν υπάρχει γύρω μου. Ισως να μην είναι πάντα χρονικά σωστές άλλα κάνεις δεν είναι τέλειος. Διάβαζα προχτές την ''Περί Έρωτος Θεωρία'' για το πως ο άνθρωπος κάποτε είχε δυο κεφάλια που κοιτούσαν σε άλλες κατευθύνσεις , τέσσερα χέρια, τέσσερα ποδια και ένα σώμα και πως όταν οι Θεοί κατανόησαν την δύναμη των όντων αυτών τα χώρισαν στα δυο και από τότε ο άνθρωπος είναι μισός. και μισός περιφέρεται στα αχανές μονοπάτια της γης. Ώσπου γίνεται κάτι μια μέρα, χωρίς σχέδιο χωρίς λογισμό χωρίς σκοπό και πάνω απ'ολα χωρίς γνώση του τι γίνεται αυτήν την στιγμή. Απλά παρασυρόμαστε από την τέλεια καταιγίδα και προσπαθούμε να ράψουμε ο ένας τον άλλο πάνω στα σώματα μας και κρατιόμαστε αγκαλιά για να γίνουν τα σώματα παλί ένα. Και όταν αυτό δεν γίνεται απορούμε. Κάποιες φορές όμως καταλαβαίνω τι εννοούσε ο Πλάτωνας , πως δεν θα γίνονταν πότε τα σώματα μας ένα, αλλά μέσα μας δεν θα νιώθαμε την πληγή. Έτσι όταν αγκαλιάζονται αυτά τα δυο κομμάτια είναι μια στιγμή ηρεμίας και γαληνής που καμιά χημεία ,καμιά ιδέα,  κανένα συναίσθημα μπορεί να ξεπεράσει. Είναι σαν να ράβονται η ψυχές και να γίνονται ένα, έτσι όπως φτιάχνεται η νύχτα. Και ο κόσμος σταματά. δεν υπάρχει λόγος να συνεχίζει , γιατί εκείνη την στιγμή ο κόσμος έχει ολοκληρωθεί για σένα. έκανες πραγματικότητα αυτό που θεοί, τέρατα και άνθρωποι προσπάθησαν για αιώνες. Τι άλλο μένει μου λες; τι άλλο μένει πέρα από μας και μια σοκολάτα; δεν ξέρω για να είμαι ειλικρινής. Κάποιες φορές όμως τα πράγματα δεν πάνε όπως έπρεπε να καταλήξουν και οι άνθρωποι χάνονται κάπου στην μέση και σε ένα βλεφάρισμα έχουνε φύγει όλα μακρυά. έφταιγες εσύ; έφταιγα εγώ; δεν θυμάμαι πια. Και έτσι έπεσε χειμώνας και μας ξέπλυνε μακρυά. 
  Καποτε μου είχαν μιλήσει για την φύση της ρώμης ,της δύναμης και για το πως η δύναμη και η πλευρά της που κείτεται στην σκοτεινή πλευρά του ανθρωπίνου μυαλού είναι μια αστείρευτη πηγή που παν τα θα με εξελίσσει πάντα θα με προστατεύει και πάντα θα μου υπόσχεται παραπάνω. Όμως κάνεις δεν πρόλαβε να μου μιλήσει γιαυτό που υπάρχει τώρα. Κάτι τόσο το ανώτερο από μένα και από τα πενιχρά μου προβλήματα κάτι τόσο απύθμενο και αχανές που δεν μπόρεσα να κατανοήσω και να ασπαστώ εγκαίρως. Και έπειτα έφυγε. Και ναι, όταν έφυγε φούντωσε το μελανό μέσα μου και κόντεψε να με κατακτήσει. μέχρι που ήρθε πίσω από τα σκοτεινά του μυαλού μου ο μονός που ήμουνα σίγουρος ότι είχε χαθεί. Και κάτσαμε άπλα και βλέπαμε τα οράματα μου για το μέλλον που πέταξα μακρυά. ''φαίνεται καλό ''μου είπε και του απάντησα ότι είναι σχεδόν τέλειο. με ρώτησε γιατί σχεδόν και του αποκρίθηκα πως η τελειότητα του χάνεται στην φανταστική του φύση, δεν το κόβω να ερχεται στην ζωη. ''Μαλακιά'' είπε καθώς έπαιρνε τα τσιγάρα μου. ''Αυτό έχεις να πεις;'' τον ρώτησα και του εξήγησα πως μονό αυτός θα μπορούσε να μου δείξει τι να κάνω. Τότε μου είπε πως ποτέ πραγματικά δεν τον χρειάστηκα απλά ήταν πιο εύκολο να μου λέει κάποιος πράγματα που ήδη ξέρω αλλά φοβάμαι. πως ναι μου είχε πει όλα αυτά τα πράγματα και ότι θα είναι πάντα εκεί και ας μην το καταλαβαίνω, εγώ όμως το καταλάβαινα πάντα. Μου είπε πως τώρα έχεις κάποιον άλλο να δεις τον κόσμο μαζί της έτσι όπως πάντα ήθελα για σένα , να σε κρατάει μην πέσεις, αν και δεν νομίζω ότι μαζί της θα πέσεις ποτέ. Σηκώθηκε όρθιος και μου έδωσε το χέρι του για να με σηκώσει . Μου θύμισε ότι ποτέ δεν πρέπει να σταματήσω, και πως αν αγαπώ θα βρίσκω πάντα την δύναμη. Με πήρε αγκαλιά και έφυγε.

Με λένε  Κωνσταντίνο, είμαι 20 και ναι το ήξερα πάντα...

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Fade to black


Είμαι ο Κωνσταντίνος και δεν είμαι σίγουρος για το τι είμαι. Aπλά ξέρω ότι κάτι υπάρχει μέσα μου και το κρύβω, δεν μιλάω για αυτό αλλά είναι εκεί. Tο νιώθω να μου μιλά, να κινεί τα χέρια μου. Όταν όμως κινούνται τα χέρια μου έτσι μοναχά , έχω μια ένταση. Και ξαφνικά σιωπούν όλοι οι ήχοι μιας και οι αισθήσεις μου δεν χρειάζονται. Δεν θα θυμάμαι πολλά , έχει αυτός το τιμόνι, και εγώ απλά ξεμένω πίσω σε μια μισό-αρρωστημένη νάρκη.Όταν όμως ανάμεσα από θραύσματα και αλληλουχίες αφουγκράζομαι το γύρω μου , δεν καταλαβαίνω γιατί κατηγορώ αυτό μου το κομμάτι. Ήταν σχεδόν πάντα εκεί για μένα.Όταν έπεσα με σήκωσε με έντυσε, με αγκάλιασε και με τύλιξε στην μελάνη αγκαλιά του. Και το ορκίζομαι, όταν μου παίρνει τον έλεγχο κάνει τα πράγματα τόσο ομαλά για μένα. εγώ άπλα απολαμβάνω την διαδρομή και αυτός κινεί τα νήματα για μένα. Τίποτα και κανείς δεν με έχει αγαπήσει με τόση δύναμη, κανένας πότε δεν προσπάθησε να με κατακτήσει έτσι. Και εκεί είναι το πρόβλημα. Για αυτό έτρεχα να του ξεφύγω τόσον καιρό. Με έμαθε να ζω έτσι και τα μάτια μου συνήθισαν στα απόκρημνα σκοτεινά δωμάτια του. Μέχρι που σιγά σιγά έγινε ο κόσμος μου και μπορούσα να το δω. Δεν με νοιάζουν τα περαιτέρω. Έζησα όλα τα γλαφυρά συναισθήματα, όλες τις υπερτιμημένες γεύσεις και όμως τίποτα δεν με έχει εξιτάρει έτσι. καμία γυναίκα ,κανένας ποιητής, κανένας άνθρωπος. Κάνεις δεν μου έχει προσφέρει αυτό το στυγερό συναίσθημα που νοιώθω όταν αναβλύζει η ανάσα του από τα μάτια μου μαύρη και πηκτή , όταν το αίμα κυλά πιο γρήγορα στις φλέβες μου και ξεκίνα η βόλτα, όταν τα δόντια μου αρχίζουν να γίνονται κοφτερά και οι καρδιά μου χτυπά τόσο γρήγορα Και ,ναι , μπορώ να ακούσω το αίμα που χτυπά μέσα μου, τα χέρια μου να τρέμουν και την εναπομένουσα ψυχή να παραμιλά. Δεν ήταν πάντα έτσι. Πέρασαν χρόνια ολόκληρα προσπαθώντας να καταπιέσω αυτήν την ύπαρξη που κατοικεί στου μυαλού μου τα ενδότερα. Πλήγωσα το σώμα μου, πλήγωσα την ψυχή μου βασίστηκα στους ανθρώπους και πάντα αρνιόμουν όλα αυτά που εκκωφαντικά έσπαζαν την σιωπή στο πέρασμα τους. Μέχρι που έσπασα σε μικρά εκατομμύρια κομμάτια και έχασα τον δρόμο. Έλιωσα, σταμάτησα να είμαι σκληρόπετσος και δυνατός. Άρχισα να μολύνομαι με πράγματα όπως έρωτες και αγάπες και γλυκανάλατες παπαριές. Τόσον καιρό κοίταζα να αποβάλλω το μικρο μου τερατάκι και αυτό όταν με είδε με την μούρη στο πάτωμα με γέμισε γροθιές με σάπισε στο ξύλο , με σήκωσε ξανά και όπως τότε έκανε πόλι τα ίδια. Με αγκάλιασε για να με ντύσει, με τάισε και έδωσε στο καχεκτικό κορμί μου την δύναμη που χρειαζόμουν για να σταθώ ακμαίος και προκλητικός μπροστά από όλους και όλα, πάντα μοναχός μου. Για κάποιον λόγο με θέλει μόνο για 'κεινον λες και είμαι κάποιο παιχνίδι που άπλα δεν γουστάρει να μοιραστεί με τα άλλα παιδιά. Και μέτα από τόσον καιρό στέκομαι έκπληκτος στις προθέσεις του, στο τέρας που θέλει να με κάνει. Ίσως απλά να φτιάχνω πράγματα με το μυαλό μου. Ίσως έτσι να φεύγουν από πάνω μου οι ευθύνες. αλλά το σημαντικό είναι ότι δεν φοβάμαι . Δεν φοβάμαι για τίποτα και ανέναν. Και σίγουρα δεν φοβάμαι το μελανό μου κομμάτι πια. Μοναχός στροβιλίζομαι και περιστρέφομαι στου μυαλού μου τα ατάρατα  ύδατα. Δεν θα γίνω το τέρας που μου θέλει να γίνω. Έτσι λοιπόν δεν είμαι ούτε άνθρωπος ούτε κτήνος. Είμαι κάτι εντελώς καινούργιο με  τους δικούς μου κανόνες και νόμους . Είμαι κάτι που μόνο εγώ μπορώ να είμαι.
Κωνσταντίνος εκ σχεδιασμού.

 Ξέρεις πως με λένε, είμαι 20 και σιγά σιγά ξεθωριάζω σε κάτι άλλο.

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

And I think it's gonna be a long long time

Θα νομίζεις ότι σε ξέχασα. Ότι εντάξει πέρασαν χρόνια από τότε που σε άγγιξα τελευταία φορά και ότι δεν θυμάμαι το άρωμα σου ή το αγαπημένο σου τραγούδι πως με κοιτούσες και μου έλεγες πως αγαπάς. Το πώς σε κοιτούσα και στο έλεγα και εγώ. Και τότε έμοιαζε τόσο απλός ο κόσμος . έμοιαζε η ζωή απλή. Έμοιαζε η ψυχή σαν οίκος ακμαίος και ψήλος. Και πέρασαν χρόνια από τότε που σε αισθάνθηκα διπλά μου. Από τότε που ξυπνήσαμε μαζί. Τώρα πια δεν ξυπνώ μαζί σου. Απλά ξυπνώ. Και θα νομίζεις ότι σπάνια σε σκέπτομαι , και ότι η ζωή μου δεν αποφασίζεται πια από την δική σου πνοή. Ότι είμαστε δυο γνωστοί από τα παλιά. Ότι μοιραστήκαμε μια σχέση, ένα κρεβάτι, έναν ερώτα, ένα φιλί, και ότι απλά σάλπαρε το καράβι χωρίς εμάς μέσα. Δεν θυμάμαι πια ποιος φταίει. Φταίω εγώ, φταις εσύ ,φταίει η απόσταση , φταίνε οι άνθρωποι που δεν σταμάτησαν να μπαίνουν ανάμεσα μας, δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι πολλά. Θυμάμαι μόνο τα μαλλιά σου διπλά στα δικά μου, το γυμνό σου σώμα να μπλέκεται με το δικό μου και να χάνεται στο αχανές των κροτάφων μου. Γιατί εκεί ποια είσαι κρυμμένη. Εσύ με έμαθες να αγαπώ και χωρίς εσένα δεν ξέρω να το κάνω καλά. Δεν ξέρω να αντιδρώ. Και δεν αντιδρώ, είμαι και πάλι αδιαπέραστος και συμπαγής. Λες να με θυμάσαι; Να θυμάσαι ποσό σε αγάπησα με τι πάθος και τι δύναμη; Λες να διαβάζεις αυτά που σου έγραφα; Λες να θυμάσαι τα σ’ αγαπώ στα σκοτεινά και τότε που μιλάγαμε για το μέλλον και δεν μπορούσαμε να το φανταστούμε χωριστά; Αυτή είναι λοιπόν η ακραία φαντασία που γίνεται πραγματικότητα, που ενσαρκώνεται μέσα μου και ταλανίζει την ψυχή. Και η ψυχή ταλανίζει το σώμα, το κυνηγά και το σπρώχνει στα όρια του. Και εκεί ακμάζω, εκεί ζω εκεί κοιμάμαι. Ακόμα έχω τα κουτιά με τα πράγματα σου κάτω από το κρεβάτι μου. Φοβάμαι να τα πετάξω γιατί μια μέρα σκέπτομαι ότι θα με κοιτάς επικριτικά που πέταξα ότι σε θυμίζει. Και μετά θα γελάμε, και θα σε φιλώ. Θα σου φιλώ τα γόνατα και θα σε κοιτώ στα μάτια και εσύ θα με κρατάς αγκαλιά όπως τότε, όταν ήμασταν παιδιά. Δυο μικρά παιδιά που βρήκαν ο ένας τον άλλο σε έναν αχανή κόσμο και έγιναν το άλας του. Λες να με σκάφτεσαι ποτέ; Να θες να μου μιλήσεις; Να θες να με ξανά βρεις; Να θες να ξανακυλιστούμε στα σκοτεινά, του ερώτα τα απάτητα, εκεί που κάποτε σε είχα. Εκεί που πάντοτε θα σε έχω. Στο ένα μέρος που μπορώ να είμαι ελεύθερος. Στις μνήμες που μοιραστήκαμε μαζί.

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 20 και ένδοξος νιώθω που και που, μα δόξα πουθενά.

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Blame it on my own sick pride

Έτσι κυλάνε οι μέρες ,λοιπόν. Mυρίζουν τις νιώθω να κινούνται ανάμεσα από τα δάχτυλα μου και μια καινούργια ράτσα βγαίνει από τα σωθικά , ξεσηκώνει το δέρμα και ακούω μέσα στα ενδότερα τις σκέψης μου το αλλού να με καλεί. Και είναι όπως παλιά , σου λέω ρε. Eτσι όπως τότε ένιωθα ντροπή για τα όσα κάνω για το ότι δεν νιώθεις περήφανος άλλα να σου πω κάτι; Μοναχοί μας μείναμε στην παράγκα να κοιτάμε από ψηλά την γη , μικροί ονειροβάτες της πιο ακραίας πραγματικότητας, Πενιχροί και ωραίοι. και έρχεται η καταιγίδα, με ταυτίζει στην βροχή της και ξυπνάω σιγά-σιγά  το νιώθω σου λέω να ανεβαίνει από την πλατή μου , αυτήν την φορά χωρίς μούσα χωρίς έμπνευση, όχι. Αυτήν την φόρα γύρισε για αίμα. Δεν ξέρω κατηγόρησε τους εθισμούς μου, κατηγόρησε ο,τι θες. Άλλα όταν έρχεται η νύχτα θυμάσαι πως είναι; να νιώθεις την σάρκα να κινητέ μονάχη της και την ψύχη δακρυσμένη να σε παραδίδει στο λογικό και ξαφνικά κάπου είσαι, κάπου βρίσκεσαι και τα πίνεις μετ' ωραίων παρουσιών έτσι για να γεμίσεις το βράδυ με κάτι πέρα από φωνές. Λες να την κάναμε καλά την δουλεία; Λες να μην είμαστε παράλογοι , άπλα φυσικοί; Από φύση και ορισμού ταραγμένοι στα βαθύτερα ύδατα; Λες; Λέω να πεις και να γυρίσεις, να αφήσεις τις μαλακίες ξέρω ότι εισαι κάπου μέσα στον νου μου και ότι καραδοκείς και περιμένεις δεν ξέρω και 'γω τι. Μάλλον είσαι πάντα εκεί και εγώ δεν σε βλέπω. Μαλλον είσαι στο κάθε τσιγάρο που ανάβει και στο κάθε τσιγάρο που σβήνει, μάλλον βλέπεις κάθε τι άλλα με αφήνεις να βρω το δρόμο μου. Ετσι δεν με έλεγες παντα, le petit garcon perdu? Τι να σου πω μπορεί και να είμαι. μπορεί και όχι. Το μονό που θυμάμαι πια είναι η μικρή σταγόνα χολής που χάνεται στην κόρη , νταν ανοίγει το μάτι και κοκκινίζει και ροδίζει και κλείνει από ηδονή σε κάποια γωνία μοναχός σαν είμαι. Ισως να τα βλέπεις όλα. Ίσως να είσαι εκεί και να κουνάς το κεφάλι, απογοητευμένος. Ίσως να μην φοβάσαι γιατί είχες πάντα την απάντηση σαν κομπολόι ανάμεσα στα δάχτυλα σου. Ίσως τίποτα ίσως και όλα. Και 'γω πλέω. Έτσι δείχνω την αγάπη μου και συνεχίζω την κληρονομία σου στους δρόμους στην πόλη στην κάμαρα και ανάμεσα στους κροτάφους μου. Πυκνή και νοσηρή η κατάσταση μας , στο λέω  στο λέω κανε κάτι γιατί νιώθω την  νέα ράτσα να βγαίνει από μέσα μου. Νιώθω τα δόντια μου κοφτερά, τα νύχια μου γαμψά και με τα ματιά ρόδινα και θολωμένα είμαι μονός μου ακροβάτης.
και ακροβατώ, παραπατώ και σκοντάφτω και ταλανίζομαι γύρω από το σχοινί μα δεν με βλέπω να πέφτω ακόμα.


Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 20 και connection lost.

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

If you ever really wanna get lost, then follow me

Και να φανταστείς ότι νόμιζα πως είχα χάσει την δύναμη, ότι η πνοή είχε φύγει και ότι η πένα καλά την άραζε μέσα στο συρτάρι δίπλα στο απαγορευμένο κουτί που κρυβόταν το εγώ. Και σαν φευγαλέα εικόνα έμεινα μοναχός και δεν έχασες χρόνο  ξεπετάχτηκες από το κουτί, με τα δόντια σου κοφτερά όσο τότε. Λες και δεν πέρασε μια μέρα λες και δεν αλλάξαν οι παραστάσεις λες και μείναμε εκεί. λες και ο χρόνος σταμάτησε  έτσι μόνο για να μας κοιτά.Και ξαφνικά βρέθηκα μέσα σε όνειρο να περπατώ έξω από το σπίτι που ζούσα μαζί της. Που ξυπνούσα διπλά της και κοιμόμουνα αγκαλιά της, μα ήταν  αδειανό από μας , από όλα αυτά που κουβαλάγαμε, από τα πάντα. Άπλα μπήκα από την ανοιχτή εξώπορτα και προχώρησα ατενίζοντας ένα ένα όλα τα δωμάτια και κοιτάζοντας πόσο σε αγάπησα σε κάθε ένα ξεχωριστά. Στο τέλος του διαδρόμου ,εκεί που σε κοίμιζα αγκαλιά μου δεν είχε τίποτα, ούτε κλίνη ,ούτε αγάπη ,ούτε στοργή. Κενό, με μοναδική εξαίρεση  έναν καθρέπτη που ξέμεινε εκεί να αντικατοπτρίζει όλα εκείνα που έγιναν εκεί. το πόσες φορές σου είπα σ'αγαπώ μπροστά του και πόσες φορές με έπιασα να ξυπνάω γελαστός. Όταν τον κοίταξα δεν είδα το είδωλο μου όμως. Είδα εκείνον να με κοιτά μέσα από το ασημί. Δεν μίλαγε απλά κοιτούσε ζοφερός όπως τότε και τρομακτικός αρκετά για να με κάνει να γονατίσω. ''Με θυμάσε;'' μου είπε. στην αρχή αρνήθηκα και αρνιόμουν να του απαντήσω, μέχρι που η ερώτηση άλλαξε: ''Πώς με λένε;''. και τότε βρήκα ανάμεσα στα τρεμάμενα χείλη μου την δύναμη να απαντήσω : ''Το ξέρω το όνομα σου, στοιχειό σε αυτό ακούω και'γω!''. Τότε μου χαμογέλασε και συνέχισε να μιλά: ''ποσο πίστευες ότι θα κράταγε,ε; Πεντε μήνες, δέκα μήνες ένα  χρόνο; Μετά πάλι στην δικιά μου αγκαλιά θα γυρνάς και εμένα θα θυμάσε σαν τον σκοτεινό σου πατέρα, αδερφό και γιο. Εγώ ήμουνα πάντα εκεί, αυτή που ήταν; Πού ήταν όταν σου χτύπαγα το τζαμί και βραδύ πριν κοιμηθείς; Ναι, τότε που άρπαζες το κινητό να της πεις ότι την αγαπάς. και νόμιζες ότι αυτό  θα σε σώσει ε; Νόμιζες  ότι  λίγες λέξεις θα'ταν ότι χρειάζεσαι για να με κλειδώσεις πίσω στο κλουβί μου, σωστά; ότι εγώ θα υπακούσω σε σένα και ότι μια μέρα θα είσαι ελεύθερος να γίνεις και εσύ άνθρωπος. Ότι  κάποτε θα την αγκαλιάζεις χωρίς να φοβάσαι ότι θα την πληγώσεις και ότι θα πληγωθείς. Ότι θα την κοιτάς χωρίς να ντρέπεσαι για αυτο που είσαι. 'Ομως δεν μπόρεσες να την κρατήσεις, ούτε να την κοιτάξεις, ούτε να την αγκαλιάσεις.'' Σχεδόν σπασμένος σαν ήμουν και ζαλισμένος ελαφρώς μέσα στην στροφή την βίαιη του δωματίου σήκωσα δειλά το κεφάλι μου και τον κοίταξα λες και την είχα πλάι μου, γεμάτος δύναμη και με σχεδόν σταθερή φωνή του απάντησα: ''Δεν έχει τελειώσει ακόμα, αυτήν την φόρα θα μείνεις εκεί πίσω από το ασήμι , πίσω και μακρυά από μένα ,σαν σκιά θα σε εξοντώσω και με τα αρώματα της θα σε βγάλω από την ψυχή! θα σηκωθώ με το δικό της χαμόγελο και θα σε πατάξω! Με την δικιά της πνοή θα σε ξορκίσω! Και το δικό της χέρι θα σε ξεριζώσει από μέσα μου σαν ασθένεια που βρίσκει τη γιατρειά της θα χαθείς πίσω σε όποια γωνιά του μυαλού μου γεννήθηκες, και γω θα ξαναγίνω άνθρωπος!'' Μα πριν τελειώσω την πρόταση πετάχτηκε από τον καθρέφτη σκορπώντας τον παντού και σε μια έκρηξη βιας με έπιασε από τον λαιμό και μεγαλύτερος σαν ήταν από μένα με  σήκωσε τόσο που τα πόδια μου δεν άγγιζαν το πάτωμα. Κοίταξε το μελανιασμένο μου πρόσωπο, και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων ούρλιαξε με μια φωνή κολασμένη και σκοτεινή όσο βαριά:''ΞΥΠΝΑ ΜΑΛΑΚΑ ΕΦΥΓΕ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΣΕΝΑ''! Θα σε φάω θα σε μασήσω και τα κόκαλα σου θα φτυσω να τα κάψει το φως της μέρας που ποτέ δεν είδες. Θα σε ξεγυμνώσω και θα σε πετάξω στα σκυλιά! Σκόνη θα σε κάνω και θα σε αφήσω πάνω της, εκεί να βλέπεις την ευτυχία της και εσύ να πονάς που δεν είναι η μισή δική σου. Kαι όταν νομίζεις οτι θα τελειώσει θα σου δείχνω όλα όσα έζησες μαζί της, όλα όσα έχασες εξαιτίας μου!''. Προσπάθησα να παλέψω, αλήθεια, καθώς  ένιωθα την ζωή να γλιστρά σιγά σιγά από μέσα μου και να χύνεται στο πάτωμα που κοιμόμασταν κάποτε. Σε μια προσπάθεια να ξεφύγω άρχισα να τινάζομαι και άνοιξα το στόμα, κοίταξα ψηλά και για 2 δευτερόλεπτα ήμουνα ξύπνιος και όρθιος μέχρι που ένιωσα το χέρι του να με τραβά πίσω στο όνειρο. Άρχισε να σφίγγει την θηλιά που είχε κάνει με τα χέρια του και με χλεύασε λέγοντας:''ειναι το μαχαίρι που σε πονά ή η πλοκή;''. Τότε σταμάτησα να τινάζομαι και πέταξε το τσακισμένο μου κορμί μακρυά. Και ξαφνικά, έτσι για λίγο, νόμισα ότι σε είδα. Σε είδα πεσμένος κάτω, σπασμένος και σχεδόν νεκρός. Και σου χαμογέλασα  σηκώνοντας το χέρι μου για να βρει το δικό σου. Μα μπήκε εκείνος μπροστά και μου είπε:'' Δεν είναι εδώ, αλλά τι να έκανα, αν φύτευα λίγη ελπίδα μέσα σου τότε θα ειχα  κάτι να τσακίσω. και κούνησε το χέρι του και έσπασες σαν καπνός. ;Άρχισε  τότε να με γροθοκοπαει και να σκάβει το στερνό μου με τα χεριά του λες και ήθελε πάλι να μπει μέσα. Έπεσε το κεφαλι μου και είδε στην πόρτα της κουζίνας τον μικρο μου εαυτό δεν θα ήμουν πάνω από 5 χρονών, να κλαίει και να φοβάται. Επειτα, με σήκωσε, με πέταξε αλλού και ήρθε από πάνω μου να συνεχίσει το βάρβαρο έργο του. Και τότε σε ξαναείδα να μου γυρνάς την πλάτη και να φεύγεις. Μονό τότε δάκρυσα. Όταν πια βαρέθηκε έκατσε στην γωνιά να κάνει ένα τσιγάρο να ξεκουραστεί. Έγω  ακόμα ήμουνα μισοπεθαμένος και αιμόφυρτος στο πάτωμα όταν τον άκουσα μέσα από την θολούρα μου να μου μιλά. ''Φσιτ ε, μ'ακους; Πώς με λένε;'' με ρώτησε.  Του απάντησα τραυλίζοντας όπως και πριν. και όταν πήρε την απάντηση του με ξαναρώτησε:''και τι είμαι;''. Τότε  γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη και ξέσπασα σε λυγμούς. και αφού δεν άκουγε την απάντηση μου φώναξε από την γωνιά του:'' ΤΙ ΕΙΜΑΙ;''. Λύγισα όμως αυτήν την φορά,  έσπασα και του απαντησα'': Το σκοτάδι μου.'' .''Ετσιι'', είπε γελώντας με ικανοποίηση και αφήνοντας τον καπνό να φύγει από το στόμα. Και τότε έχασα τις αισθήσεις μου και ξύπνησα στο κρεβάτι μου, με το σώμα μου ακαιρεο και όλες τις μνήμες εκεί στου μυαλού μου τα απόρθητα

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 20 και επέστρεψα

.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

When you kiss me, heaven sighs And though I close my eyes...

Κάποτε ήμουνα ωραίος,ακμάζων, ημιτελής και περιστρεφόμενος ήρωας μια προσωπικής ιστορίας, ένας περιπλανώμενος παλιάτσος,  κάτοχος της πένας που τόσο πίστα υπηρέτησα στην ζωή μου. Όμως μια μερα γνώρισα την ήπια ,την ήρεμη ,την μούσα την ωραία την μικρή τσαχπίνα πριγκίπισσα των χειμωνιάτικων φαντασιώσεων μου στο χιόνι . Και έτσι μια νύχτα του Φλεβάρη ξεκίνησα να σολάρω στους δρόμους σε μια ζωή ροζ, όμορφα νοθευμένη και κατέληξα κάτω από της όμορφες άυλες του κάστρου που τη φύλαγαν κρυμμένη από την απέραντη και ασύμμετρη αγάπη που είχα και έκρυβα μέσα στα στήθια για εκείνην. Μέσα μου όμως μίλαγαν οι μνήμες και ερμήνευαν σκηνές λες και ήταν από κάποιο μιούζικαλ βγαλμένες . Έφτασα λοιπόν  Ρωμαίος κλασσικός κάτω από το σπίτι της  το πανώριο και μίλησα  μυριάδες λέξεις στο ρυθμό της νυχτιάς εκείνης , μοναχός χόρευα με τα μάτια κλειστά και στοχαζόμενος την εικόνα της να κυλάει στο μυαλό μου. Και εκεί που μας έχασε η νύχτα στην άτσαλη περιστροφή, ξύπνησαν τα όνειρα μου τα αμέτρητα και την κατέβασαν από τον πανύψηλο Πύργο που σφραγισμένη την είχαν και  χωρίς αναστεναγμούς ή άλλους λοιπούς συναισθηματισμούς ξετυλιχτήκαμε σε χορούς που δεν θύμιζαν την εποχή μας. Τα δικά της μαγούλα ροδοκοκκίνιζαν στον άνθος της νύχτας και εγώ σαν σωστός καβαλιέρος έδωσα το χέρι μου ως μονάκριβη πρόσκληση σε ένα μαρτύριο για δυο που από τα βαθύ της αρχαιότητας ονομάστηκε έρως. Στα πέπλα λοιπόν του μικρού θεού  ξετυλίχτηκε η νύχτα και σιγά σιγά , δειλά δειλά έφτασε η μικρή ντροπαλή κορασίδα κοντά στα χεριά μου. Xωρις λοιπόν να χάσω χρόνο την τράβηξα και χαθήκαμε στους ήχους της σκηνής εκείνης της ροζ που ομιλάγανε κάποτε τροβαδούροι πλανόδιοι ερμηνευτές του συναισθήματος και ξεσήκωναν τις φαντασίες με τις περιπέτειες του τελευταίου ζωντανού θεού.
''ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΣΑ''  της φώναζα καθώς η νύχτα την τραβάτε κοντά μου και χανόμασταν στην συστολή του Ήλιου και στους όμορφους και ανάλαφρους ήχους της τρομπετας που έπαιζε ο μορφέας για τον χορό μας. Ήταν ένας χορός μαγικός και σχεδόν εξωτικός.
Ακόμα μαίνεται και απρόβλεπτος καθώς τον γεννήσαμε έτσι θέλησε να παραμείνει μια ασύμμετρη μάζα ερώτα στα χέρια μας που τακτικά εξελίσσεται στο μικρό ταλαντούχο συναίσθημα που κάποτε ονομάσαμε στα κρυφά και ορκιστήκαμε το όνομα του.

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 19 και κάπως έτσι έμαθα να κοιτώ προς την μεριά του ουρανού

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Well I feel like she's talking in a language I don't speak...

Και πάλι εδώ, λες και δεν φύγαμε ποτέ. Eσύ εκεί , να μιλάς και εγώ να πνίγομαι στις λέξεις, σαν παιδί να προσπαθώ να αγγίξω την απουσία και μέσα από κάποια φειδωλή ανάμνηση να συνθέσω κάτι. Και κομπιάζω,λες και δεν μπορώ να γράψω λες και δεν έμαθα ποτέ.Άλλα έτσι δεν ήμασταν πάντα; Εγώ να προκαλώ την ομιλία σου και εσύ να με βλέπεις να τυλίγομαι στις φλόγες και έπειτα να αναβλύζω από τις στάχτες μου αφήνοντας πίσω το παλιό μου δέρμα. Αέναη η χημεία που καταντά εκρηκτική,σχεδόν εθιστική μα πάνω απ' όλα βαθιά ριζωμένη στου στέρνου τα απάτητα. Δεν μιλάς ε; Σαν πως μίλαγες ποτέ; Πάντα εγώ μίλαγα, εσύ απλώς κοίταζες, με γονάτιζες και έπειτα με παρατηρούσες αμέτοχη να περιστρέφομαι , να ξεκολλά η ανθρωπιά από το δέρμα και να καταλήγω στην μορφή που προορίστηκε για μένα, κοφτερή σαν λεπίδι και σκοτεινή σαν έρωτας ανεκπλήρωτος, τακτικός παρατηρητης των πάρε-δώσε σου με τους άλλους. Δεν είναι αληθινό αυτό, δεν είναι η θέρμη του σώματος μου αυτή. Γιατί έγινα έτσι ψυχρός, σαν να τρέμει το είδωλο μου κάθε φορά που με παρατηρώ σε κάποιον καθρέπτη; Άλλα έτσι με έμαθες να ζω. Εσύ να μου ψιθυρίζεις ανάμεσα από τις σκιές, είσαι δεν είσαι εκεί, και εγώ να υποτάσσομαι στον λόγο, σου στην βούληση σου λες και είμαι παιδί ακόμα και τώρα μαθαίνω να ξεχωρίζω το χαστούκι από το χάδι. Και κάποιες φορές πραγματικά αναρωτιέμαι πως θα ήταν άραγε ο κόσμος εκείνος που όσα έχω απαρνηθεί και πλέουν στο άγνωστο θα αποκαλύπτονταν και θα γνώριζαν την επιφάνεια. Αλλά μάλλον δεν θα μάθω ποτέ. Ζω την ζωή μου έτσι όπως την ζω. Και η επιβίωση αγιάζει τα μέσα.

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 19 και...αυτά.


Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Gold hidden by rock and sand

Κάποιες φορές απλά στέκομαι . Δεν κινούμαι, δεν μιλώ, δεν αναπηδώ εδώ και εκεί, όχι. Είμαι άπλα ακίνητος και δεν θα πω ψέμματα κάθε φόρα που αυτό γίνεται τείνω να βλέπω την ευτυχισμένη εκδοχή της στιγμής εκείνης να εκτυλίσσεται μπροστά μου τόσο ρεαλιστικά που σχεδόν μπορώ να αντιληφθώ την στιγμή και να ασπαστώ το συναίσθημα της. Και έτσι αυτή η στιγμή δεν είναι σαν τις άλλες. Αν και είναι 3-4 δευτερόλεπτα την φόρα είναι εκείνη η στιγμή που με τρομάζει πιο πολύ, γιατί άρχισα να συνειδητοποιώ ποσό άδειος είμαι. Πόσο σκυλί είμαι. Ένας μικρός, πενιχρός και τρομαγμένος σκύλος, μια ζωή κρύβομαι στις σκιές μιλώντας για τις καλύτερες μέρες που θα έρθουν και όμως όταν κάποτε φτάσουν, εγώ δεν θα είμαι εκεί. Εγώ δεν θα είμαι στον παράδεισο που σχεδίασα για μένα. Θα γυρεύω μια άλλη κόλαση που θα κινεί τα νήματα μου. Θα τριγυρνώ εδω και εκεί και θα πηγαίνω από τζάμι σε τζάμι βλέποντας όλα αυτά που ζητούσα άλλα δεν ειχα το θάρρος να αδραξώ, ένα κομμάτι ζωής ανα βιτρίνα. Και έτσι ίσως να είναι για μένα. Αφού δεν μπορώ να αλλάξω τον εαυτό μου σε κάτι καλύτερο τότε θα μείνω εκεί που ξέρω να στέκομαι καλύτερα. Θα είμαι παντα πίσω από το τζάμι και θα βλέπω το καινούργιο και αλλιώτικο να εισβάλλουν στην ζωη μου στην σφαίρα της φαντασίας όσο εγώ, ζεστά ζεστά και ''ακμαζων'' αρκετά θα είμαι στο κρύο έξω από το τζάμι και θα φοβάμαι να γίνω πραγματικός μέσα εκει. Και εκεί εκτυλίσσεται για μένα το καλύτερο πιθανό μέλλον. Η Ευτυχία που τόσο αγνά υμνούσα κάποτε ,πότε δεν αργούσε στα ραντεβού μας. Πάντα εγώ αργούσα. Πάντα εγώ ήμουν εκείνος που τρόμαζε στο άπιαστο και χάνονταν στο μέτριο.
Εκεί λοιπόν είναι η θέση μου, ανάμεσα στις θέσεις άλλων ανθρώπων , η δίκη μου στάση είναι ο δρόμος και ο δρόμος συνεχίζει.

Ή όχι;

Με λένε Κωνσταντίνο, ειμαι 19 και ο δρομος μου ειναι ακομα στην αρχή

Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

Spotless

Δεν μπορώ να πω  πως πάντα ήξερα τι θέλω. Ίσως για αυτό πάντα ήμουν χύμα, μια αμφιταλαντευόμενη μορφή και συνήθως έξω από αυτόν τον κόσμο, πάντα κάπου χαμένος στου κεφαλιού μου τα ενδότερα, αγνοώντας και απορρίπτοντας τα εγκόσμια. Έτσι με βόλευε και ήταν ένα ενδιαφέρον lifestyle. Και εκεί που βρισκόμουν όμορφα στεκούμενος στην απόλυτη ερημία την δροσερή και ηδονιστική εκείνη τοποθεσία που με γνώριζε ως αρχιτέκτονα, συνειδητοποίησα ότι ήμουν μικρός ακόμα και ας υποστήριζα πάντα ότι η ψύχη μου ήταν ένα γέρικο χαζό σκυλί. Ένα γέρικο, λευκό, χαζό σκυλί που πάντα κυνηγά τα αμάξια χωρίς να ξέρει τι να κάνει αν κάποτε ένα από αυτά σταματούσε. Και έτσι βρέθηκα να κινούμαι ανάμεσα στους ανθρώπους, να ζω μαζί τους να γελάω μαζί τους και να τρώω μαζί τους. Και όπως ήταν αρκετά αναπόφευκτο ερωτεύτηκα τους ανθρώπους και τα λάθη τους. Κοίτα με , μιλώ λες και δεν είμαι ένας από αυτούς, λες και εγώ δεν γεννήθηκα απλά υπήρχα και στην πορεία έμοιασα με αυτούς. Με εκείνους που πάντα κοίταζαν τα παιδικά μου μάτια και απορούσαν. Κι όμως μετρώ 19 μόνο χρόνια σε αυτόν τον κόσμο, και κάθε φορά που λέω ''ρε πούστη τα έχω δει ολα'' έρχονται να με ανατρέψουν σχεδόν κωμικοτραγικά. Μα όσο και αν μοιάζει, αυτή η ωδή δεν έχει τα μυριάδες ονόματα των ανθρώπων που παρατηρώ συνεχώς. Έχει ένα. Ένα μικρο όνομα που ενίοτε θυμίζει φακές. Εμένα πάντα μου μοιάζει απολλώνιο. Αλλά τι να κάνουμε; Εκπλήσσομαι και συνεχίζω...

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 19 και από μικρός ήξερα να παρατηρώ τα θαύματα όταν αυτά άρχιζαν να ξετυλίγονται μπροστά μου.  

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Such imagination seems to help the feeling slide, I'll take it by your side...

Kαποτε σηκωθηκε απο την θεση του και σταθηκε στα δυο του ποδια. Tην κοιταξε στα ματια και χαθηκε στο αχανες και απροβλεπτο τις ιριδας, στην συστολη της ατσαλης κορης και στην διατολη της ψυχης. Tης εκανε νοημα να τον ακολουθησει και εκεινη απλως υπακουσε. Πλησιασαν το νερο και εκεινος χαθηκε στην αλμυρα λες και δεν γεννηθηκε στο αχανες, λες και η θαλασσα του ηταν ενα μυστικο καλα κρυμμενο απο ανθρωπους και ιστορια. γδυθηκε για να ειναι γυμνος μπροστα της. Δεν αφησε τα ρουχα του και τον πολιτισμο του, απλως αφησε την ψυχη του ανοικτη, σαν σκοτεινη μικρη μαζα που δακρυζει φως όποτε τον στραβοκοιτουσε εκεινη.
Οπως και τοτε ετσι και τωρα πιαστηκαν και ανακατεψαν τις ψυχες τους. Εκεινος ηταν ο μισος μεσα στο νερο ενω εκεινη διασταζε. Και ετσι τραβηχτηκε εξω, την πλησιασε και την εκρυψε στην αγκαλια του, ο πενιχρος και σκοτεινα ονειρευομενος πριγκηπας ασπαστηκε το τριανταφυλλο του και αφησε τους ηλιους να κινουνται γυρω τους για αιωνες. Περνουσε ο καιρος περνουσαν οι ανθρωποι και ακομα εκεινη ζουσε στα χερια του και ο αλλοτε αρμενιζων αρχων τωρα γονατιζε μπροστα σε κατι το ανωτερο που λυγιζε το κορμι του και σφυρηλατουσε απο την αρχη την ψυχη, οπως οταν ηταν μικρος και μαθαινε να κρυβεται απο τα βλεμματα για να νιωθει ασφαλης στην μοναξια του. Και μετα απο αιωνες κρυμμενη στην αγκαλια του αποφασισε να φυγει. Τρομαγμενος της επιασε το χερι για να την συρει και να την κρυψει στα νερα, να την σωσει απο τον δυοντα ηλιο και το αμειλικτο του χρονου. Και τραυλιζοντας την σκεψη του της ειπε να καθισει στην αμμο. Αυτη αρνηθηκε μα στα ματια της φαινονταν η φλογα εκεινη που αγκαλιαζε το σωμα του μεσα στους αιωνες, οπου ενας ανθρωπος εζησε χωρις αλλους , χωρις αλλον ερωτα ,χωρις τροφη ,χωρις νερο και παλεψε με το γηρας για να μπορει να στεκεται διπλα της ακμαιος σαν εκεινη. Ω ναι, ηταν ακμαζουσα, μια μικρη αιθερια απολαυση που απιαστη σαν ειναι μου εμαθε και μενα να χανομαι στον στροβιλο της σκεψης, στην δινη του συναισθηματος που ισως να ειχα ξεχασει να αισθανομαι. γονατισαν και οι δυο και εκεινη ξαπλωσε κοντα του και αρχισε να τερπει τα ματια του σαν μουσα που γνωριζε ουσια σαν ιδεα που κινηται αναμεσα στα δαχτυλα του και απλως συνεχιζει να του ξεφευγει οποτε αποπειραται να την κανει δικη του. Ετσι και εκεινος ξαπλωσε και αρχισε νωχελικα να εξερευνα το κορμι της, ποτε με τα χερια, ποτε με την γλωσσα και ενιοτε με τον νου. Τα ματια του ηταν κλειστα. Δεν τον ενοιαζε καθολου μιας και καιρο τωρα ευτη βασιλευει στο νοερο της σκεψης του. Και μειναν εκει, μεχρι που τελειωσαν τα χρονια , μεχρι που σωπασαν οι καιροι και η νυχτα τους εκανε δικους της. Τοτε σηκωσε το χερι του και της εδειξε τον ουρανο. '' Εγω θα σου μαθω να κοιτας τα του ουρανου τα κοσμηματα και εσυ πως να ειμαι ανθρωπος'' σκεφτηκε και της μαθαινε για τον Τοξοτη και τον Σκορπιο, μα εκεινη δεν μπορουσε να τους δει, γιατι η νυχτα ηταν ακομη νεα και τα ψηγματα του ηλιου που κυριαρχουσαν στην δυση της εκρυβαν τον ουρανο. εκεινος απλως γελασε και την φιλησε τον λαιμο. Εκεινη δεν μιλησε απλως αγγιξε τα ποδια της για να κρυψει την ανατριχιλα. Αν κοιταζε σωστα και μπορουσε να δει και τον Τοξοτη και τον Σκορπιο τοτε θα κοιταζε και μεσα στα ματια του το ειδωλο της και ετσι ισως καποτε μαθαινε το αληθινο βεληνεκες της φυσικης και αρχεγονης ομορφιας της. Μα δεν το κανε. Σηκωθηκε και του ψιθυρησε οτι ειναι ωρα να φυγει. Και εκεινος απλως δεν της το αρνηθηκε αλλο, πηρε αυτος την πορεια του και αυτη την δικη της και χαθηκαν στην ωριμανση της νυχτας και στην απαστραπτουσα ιδεα που ειχε απομνημονευσει αυτος απο εκεινους τους καιρους που εκεινη ζουσε μαζι του,που ζουσε στα χερια του...

Με λενε Κωνσταντινο, ειμαι 19 και αυτο συνεβη στα αληθεια...

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

''She’s quite the talker she creeks and moans, she keeps me up..''

Ήρθε κάπως απότομα αυτό το καλοκαίρι. Έτσι όπως του έπρεπε να εμφανιστεί για να ξεπλύνει τις ζοφερές και ξεθωριασμένες μνήμες από τα προηγούμενα. Αρχίζοντας και φέτος το καλοκαιρινό βολτάρισμα πέρασα έξω από ένα σπίτι. Έναν οίκο που κρύβει μυστικά, σαν έμενα. Που κάποτε μεγαλοπρεπής καλωσόριζε την μέρα και τώρα ξεχασμένος από ανθρώπους και ιστορία έχει αράξει στις νύχτας την άκρη και μετράει τις αυγές, νιώθει το μέσα του να θρυμματίζεται από τα τις φύσης τα απλησίαστα. Λες να ευελπιστεί και αυτός σε ένα καλύτερο αύριο; Ίσως. Έτσι άλλωστε πρέπει να πιστεύει, αυτό του αρμόζει, να ελπίζει στο καλύτερο και να χάνεται στο μέτριο, να μάθει το κορμί να συμβιβάζεται και το πνεύμα να πέτα. Γιατί μου είπαν ότι όσο υπάρχει αέρας μπορούμε να πετάμε.Και από σήμερα επιλέγω να πετώ και να χάνομαι όπως είπε και ο Ελύτης ''στων βράχων το απλησιαστο''. Μια θα με βρεις εδώ, μια εκεί, ανάλογα με τους καιρούς μιας και σπίτι δεν γνωρίζω και η νύχτα καθορίζει το πρωινό μου. Και ας μου βγει και σε κακό, άλλωστε όταν πια θα κρυφτώ από αυτόν τον κόσμο και θα τον αφήσω να πάρει την ρότα του θα μπορώ να πω πως έμαθα να ζω και αν με κρύψανε οι σκιές ειναι γιατι καποια ανθη ανθιζουν την νύχτα και εκεινα ειναι που δεν θα μυρισεις ποτε στις ομορφες εικονες που εχεις σχηματησει για την ευτυχια. Θα εξερευνω το πρωι και το βραδυ θα εξιστορω αυτα που ακουσα και ειδα αναμεσα στα θηρια και ετσι θα γεμιζω της μερες μου, αληταρια που ξεμενει και μιλα για την ζωη απο την αδεια γαλαρια ενος μεταμεσονυχτιου λεωφορειου. Και ισως μια μερα να μπορω και γω να εναρμονιστω στο χαος τον ανθρωπων και να κοιμαμε μαζι τους αντι να νυχτοπερπατω, να αισθανομαι και να χαραζω το ξυλινο δερμα και να ματωνω απο χαρα για το περιεργο και ακατεργαστο της φυσης της ανθρωπινης. Ποντος ενας για το ξυλινο παιδι.
 
Με λενε Κωνσταντινο, ειμαι πλεον 19 και ειμαι εδω για να μιλησω για την ομορφια της μεταλλαξης.

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Summer Rose (Part 4)

Ξεμεινα πισω λοιπον στους γρηγορους ρυθους απορροφηκε η σαρκα μου και η ψυχη εμεινε μετεωρη, οπως ο κατοχος της, αφεθηκε στην δικη της αληθεια, εστερνιστηκε το οξυγονο και με τυλιξε στο κοκκινωπο κουστουμι για να ξεφυγω απο τα ματια της και να χαθω στην αρμονικη μου συνυπαρξη. Ετρεχα χωρις τελειωμο στις κραυγες και πιωμενος αρκετα παραπατωντας στο σχημα ενος σταβου 8 εμεινα εκει που γεννιουνται οι ιστοριες. Και σε καποιο πεζοδρομιο εξελιχθηκα, ο αρμενιζων πριγκηπας ασυμφορος και απρεπης, Κωνσταντινος εκ σχεδιασμου χανομαι στο τακτικα σχεδον πια στο στρυφνο της ατμνοσφαιρας απο την οποια ξεπροβαλε σαν πειρασμος , οχι ηθικος ή τιποτα αλλο παρεμφερες, πειρασμος γνωστος με οστα και λειο δερμα που με σαρκικες ματιες αποσκοπει στην αναστατωση της νοτιας χωρας και στις σχετικες βλακωδεις αν και εξαιρετικες πραξεις που γινονται στα σκοτεινα, πραξεις που στρωνουν το κρεβατι για να το ξεστρωσεις. Και ξαφνου φτασαν τα στοιχειά σαν χορος τραγικος να δωσουν στην ωδη αυτη το ακροατηριο που της αρμοζει, ακροτατηριο που μπορει να ασπαστει, που γυμνο απο φραγμους ηθικους ειναι ετοιμο να κυλιστει στον βουρκο που βρισκει σπιτι στην μεθη. Ετσι σηκωθηκαν αναιδεις απο ορισμο και γεννα και γδυναν την νυχτα απο σκοταδι με φωτιες και φλογες που τα χερια μου προσπαθουν να ασπαστουν . Πριν ομως τα πυρινα χειλη τους αγγιξουν τα χερια μου αναζητησα την σωτηρια στην φυγη, φυγη ,ποσο ωραια ακουγεται αυτη η λεξη στο χαος που επικρατουσε . Και μονο ετουτη η λεξη ετρεμε στα ενδοτερα της σκεψης μου ''φυγη , φυγη , φυγη''. Νομιζα οτι κινουμουν ομως στασιμος εμενα στον χρονο πενιχρος και αστειος αναμεσα στισ φωνες και τις κραυγες να κλεινω τα αυτια και να απαγγελω ονοματα και ανθη, να προσπαθω σαν καρικατουρα να ξεφυγω απο ολες αυτες τις γομολαστιχες που ηταν στο κατοπι μου. Και καταμεσης της μικρης μου εσωτερικης Βαβελ , σιωπησαν οι κραυγες και σωπασαν τα στοιχεια, βρηκε παλι η νυχτα το μαυρο της και εγω σταματησα να τραυλιζω την σκεψη μου. Ετσι λοιπον παρελυσε το ακουσιο των κινησεων μου και αποσβολωμενος σαν παιδι ξεμεινα παλι να να κοιταζω το προσωπο της μιας και ηταν εκει να προδωσει στα ματια μου το υπερφυσικο της υπαρξης της, τοσο κοντα που μπορουσα να εξετασω ακομα και τις αμυχες του δερματος της. Και σαν θεος πιο δεκτκοσ , σχεδον προσωπικος με καλεσε στο νου μου να την αγγιξω. Επιασε τα χερια μου και τα εκρυψε στα δικα της και οδηγοντας της ακρες των δαχτυλων μου στο κοκκινο των χειλιων της. Ετσι με τετοιου ειδους προσκλησεις γοερες διαπερασε σαν λεπιδι κοφτερο την ηθικη μου. Και υστερα μιλησε:
''Ειναι η λεπιδα που σε πονα ή η πλοκη; Μηπως πονας γιατι φευγεις νωρις; Ή μηπως ειναι βαρυ το λεπιδι που βρισκει θηκαρι στα σωθικα σου;''
Και οι περιπτυξεις συνεχισαν μεχρι που το μελανι στερεψε ,το χαρτι ασπρισε και η μεθη μου σαν θυληκο κλασσικο αρχισε και αυτη να με εγκαταλειπει σιγα-σιγα . Και στο ανθος της παρακμης μου μου επιασε το χερι και το εσπρωξε πανω στο χαρτι , μουσα με θελγητρο αητητο που με φωνη ανηκουστη μα γηινη , τρεμοπαιζει σαν την λογικη μου νοτες ερωτικες και απο σαρκα φτιαγμενες. Ετσι λοιπον σαν να αλλαξαμε κορμια αυτη εκοψε και εραψε την πενα μου σαν δοξαρι που στην γλωσσα της προσδιδει κυρος στο πραγματικο και αληθινο.
Και παλι ομως σηκωσε το βλεμμα της απο το γεματο μου χαρτι αφησε το χερι μου και σταματησε. Ειχε ξημερωσει και τραβηχτηκε εκει που γεννηθηκε σε μια σκοτεινη γωνια της σκεψης μου ,εκει που παντα θα βρισκει σπιτι . Τυλιξε την νυχτα στα μαυρα της μαλλια και μαρτυρησε την υποταγη της στο χερι μου, πριν ο αλεκτωρ λαλησει τρεις και επιβεβαιωσει αλλη μια προδοσια
    Σηκωθηκε ο ηλιος λοιπον και γω ανθρωπος σαν γεννηθηκα βρεθηκα στην αμηχανια βουτηγμενος και μεσα στο πρωινο μου μουδιασμα ταυτισα τον λογισμο μου και αναλογιστικα: ''Αξιον εστι;''

Μαινεται λοιπον,
μια ιστορια που γεννιεται και πεθαινει
στο σαιξπηρικο σανιδι
και αγγιζει τα ορια του αθεραπευτου
τα ορια
που τοσο ζητω να ξεπερασω...


  τέλος...