Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

And I think it's gonna be a long long time

Θα νομίζεις ότι σε ξέχασα. Ότι εντάξει πέρασαν χρόνια από τότε που σε άγγιξα τελευταία φορά και ότι δεν θυμάμαι το άρωμα σου ή το αγαπημένο σου τραγούδι πως με κοιτούσες και μου έλεγες πως αγαπάς. Το πώς σε κοιτούσα και στο έλεγα και εγώ. Και τότε έμοιαζε τόσο απλός ο κόσμος . έμοιαζε η ζωή απλή. Έμοιαζε η ψυχή σαν οίκος ακμαίος και ψήλος. Και πέρασαν χρόνια από τότε που σε αισθάνθηκα διπλά μου. Από τότε που ξυπνήσαμε μαζί. Τώρα πια δεν ξυπνώ μαζί σου. Απλά ξυπνώ. Και θα νομίζεις ότι σπάνια σε σκέπτομαι , και ότι η ζωή μου δεν αποφασίζεται πια από την δική σου πνοή. Ότι είμαστε δυο γνωστοί από τα παλιά. Ότι μοιραστήκαμε μια σχέση, ένα κρεβάτι, έναν ερώτα, ένα φιλί, και ότι απλά σάλπαρε το καράβι χωρίς εμάς μέσα. Δεν θυμάμαι πια ποιος φταίει. Φταίω εγώ, φταις εσύ ,φταίει η απόσταση , φταίνε οι άνθρωποι που δεν σταμάτησαν να μπαίνουν ανάμεσα μας, δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι πολλά. Θυμάμαι μόνο τα μαλλιά σου διπλά στα δικά μου, το γυμνό σου σώμα να μπλέκεται με το δικό μου και να χάνεται στο αχανές των κροτάφων μου. Γιατί εκεί ποια είσαι κρυμμένη. Εσύ με έμαθες να αγαπώ και χωρίς εσένα δεν ξέρω να το κάνω καλά. Δεν ξέρω να αντιδρώ. Και δεν αντιδρώ, είμαι και πάλι αδιαπέραστος και συμπαγής. Λες να με θυμάσαι; Να θυμάσαι ποσό σε αγάπησα με τι πάθος και τι δύναμη; Λες να διαβάζεις αυτά που σου έγραφα; Λες να θυμάσαι τα σ’ αγαπώ στα σκοτεινά και τότε που μιλάγαμε για το μέλλον και δεν μπορούσαμε να το φανταστούμε χωριστά; Αυτή είναι λοιπόν η ακραία φαντασία που γίνεται πραγματικότητα, που ενσαρκώνεται μέσα μου και ταλανίζει την ψυχή. Και η ψυχή ταλανίζει το σώμα, το κυνηγά και το σπρώχνει στα όρια του. Και εκεί ακμάζω, εκεί ζω εκεί κοιμάμαι. Ακόμα έχω τα κουτιά με τα πράγματα σου κάτω από το κρεβάτι μου. Φοβάμαι να τα πετάξω γιατί μια μέρα σκέπτομαι ότι θα με κοιτάς επικριτικά που πέταξα ότι σε θυμίζει. Και μετά θα γελάμε, και θα σε φιλώ. Θα σου φιλώ τα γόνατα και θα σε κοιτώ στα μάτια και εσύ θα με κρατάς αγκαλιά όπως τότε, όταν ήμασταν παιδιά. Δυο μικρά παιδιά που βρήκαν ο ένας τον άλλο σε έναν αχανή κόσμο και έγιναν το άλας του. Λες να με σκάφτεσαι ποτέ; Να θες να μου μιλήσεις; Να θες να με ξανά βρεις; Να θες να ξανακυλιστούμε στα σκοτεινά, του ερώτα τα απάτητα, εκεί που κάποτε σε είχα. Εκεί που πάντοτε θα σε έχω. Στο ένα μέρος που μπορώ να είμαι ελεύθερος. Στις μνήμες που μοιραστήκαμε μαζί.

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 20 και ένδοξος νιώθω που και που, μα δόξα πουθενά.