Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Let the right one in

Συνάντησα τον Διάβολο εχθές. Στέλνει φιλιά και χαιρετίσματα. Και μετά χάθηκε στο σκοτεινό μιας αγκαλιάς που ήρθε να εξιλεώσει το ξημέρωμα και να αφήσει το πικρόχολο και κοφτερό του ραγίσματος για πρώτη πρωινή γεύση, μια γεύση σαν μέταλλο και χλωριούχο νάτριο. Πικρή και σχεδόν  ξεχασμένη. Αλλά παρούσα όπως πάντα. πότε δεν αργούσε στα ραντεβού μας. Δεν ήξερε από happy endings αυτή. Ήθελε πάντα να σκάει στο άνθος της ελπίδας και κοφτερή να μουδιάζει την γλώσσα και να κόβει από την ψυχή ότι περίσσευμα μένει μονό για να αφήσει κάτι ψιλά για να βγάλεις την μέρα.
Συνάντησα τον Διάβολο χτες και δεν είχε την μορφή σου αλλά σε προσέφερε σαν αμαρτία που ταλανίζει το σώμα μου και ξεπετσιάζει την ψυχη από αντοχή και αξιοπρέπεια. Έτσι με αφήνει γυμνό σε ότι συναίσθημα τύχει να περάσει όσο είσαι δίπλα μου. Και γω σε δέχτηκα πάλι μέσα μου σαν απαράμιλλα ερωτική και ταυτόχρονα πλατωνική επαφή. Σαν καπνος πια δεν κάθεσαι καν να σε αγγίξω, μετενσαρκώθηκες σε σκιά και ξεκινήσαμε το κυνήγι εσύ μπροστά και 'γω από πίσω πάλι και τώρα δεν νιώθω τίποτα, λες και μόλις απομακρύνθηκες έφυγε οποιοδήποτε ναρκωτικό ποτίζεις τα μαλλιά σου και νιώθω πάλι το κατέβασμα απότομο και άτσαλο να υποδέχεται τα πόδια μου σε σπασμένα γυαλιά και καρφιά στο σχήμα του ματιού σου. ''Πήγαινε κοιμησου'' μου λες μετά. όχι , όχι το μόνο που θέλω είναι αυτή η σάπια γαλήνη που νιώθω να με κατακλύζει καθώς αποβάλλω την επήρεια σου από μέσα μου . Ή τουλάχιστον αυτό νομίζω ότι κάνω. Ή έστω θέλω. Έτσι απλά μια μέρα να ξυπνήσω και όλο αυτό το αχανές κουβάρι , όλα αυτά τα πολυτραγουδισμένα  που τακτικά κρύβονται μέσα μου αλλά επίσης τακτικά με επισκεπτονται κάθε φορά που κάτι δικό σου αγγίζει το σώμα μου, απλά να εξαφανιστεί και να μην αφήσει τίποτα, ούτε μνήμη ,ούτε έρωτα, ούτε γέλιο ,ούτε θλίψη, ούτε ομορφιά, ούτε αρρώστια. Έυσεβείς πόθοι που εύκολα λέγονται.  Η αλήθεια είναι ότι μόνο εσύ με ξέρεις. Μονο εσύ ξέρεις τι είμαι . Μόνο εσύ με βλέπεις μέσα σε τόσο πλήθος. Μόνο συ με βλέπεις. Δεν μπορώ άλλο ήρθε η εξάντληση να με πάρει  να με βάλει για ύπνο να ξαπλώσει δίπλα μου και το πρωί να ξανά τυλιχτεί πάλι γύρω μου.

Με λένε  Κωνσταντίνο, είμαι 20 και συνάντησα τον Διαβολο χτες και τον άκουσα που μίλαγε για σένα.

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

My Dahlia, bathed in possession


Δεν ονειρεύομαι πολύ. Πάντα νόμιζα ότι τα όνειρα είναι μια απεικόνιση του τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό μας όσων άφορα τους πόθους. Και κάτι τέτοιο παίζει να είναι. Μια γλαφυρή αναπαράσταση του τι θέλω. Και εγώ δεν ονειρεύομαι τίποτα.σαν να πλέω στην πιο ήρεμη θάλασσα. Ούτε κύμα ούτε χαρά ούτε τίποτα. Μια τεράστια θάλασσα tch. Μονό μούδιασμα και αγαλλίαση. Όχι ακριβώς αγαλλίαση, αυτό το συναίσθημα που νιώθεις όταν σκάει το παυσίπονο μέσα στην απελπισία και νεκρώνει τα πάντα  Kαι έτσι νερωμένος βρίσκεις ηρεμία. Από την μια είναι αυτές οι στιγμές. από την άλλη είναι εκείνες οι άλλες, που ντύνεσαι σε ένα ξένο δέρμα και δεν υπάρχει κόσμος που να μην νιώθεις ανοικτό το σώμα σου, καμία υπόθεση κανένας πόνος όλα ξεχύνονται από μέσα μου και φεύγουν από το σώμα σαν αρρώστια , σαν παράσιτο. και τότε είναι που νιώθω την γη να ξεριζώνεται και να περιστρέφεται γύρω από το νέο μου πετσί. Έτσι νιώθω κάτι φορές. σαν να ντύνεται γύρω μου και να με προστατεύει από όλα αυτά που ξέρει ότι με φοβίζουν. και δεν είναι καν εδώ. ίσως είναι η επιθυμία μου η δεν ξέρω και 'γω τι. και έτσι τα βιώνω σαν όνειρο πια, χωρίς ανταπόδοση και κρύβω όλα μου τα μυστικά στο δέρμα. Πότε στο δικό μου πότε στο δικό της. Κινούμαι λοιπόν σε μια θάλασσα χωρίς ρεύμα, χωρίς αέρα, τραγουδώ ένα τραγούδι που δεν τραγουδιέται πότε και τρεμοπαίζω την ύπαρξη της στα χείλια μου που και που Έτσι κρυφά στα σκοτεινά όπως καλύτερα ξέρω για να μην ξεχνιέμαι και να κρατιέμαι στην γη . Κάθε μέρα έτσι για λίγο, σαν ηρωίνη ξεφεύγει στον οργανισμό μου με έχει εθίσει στο οτιδήποτε δικό της και μέσα από την αρρώστια φτιάχνω άλλες μνήμες που ταλανίζονται από το φανταστικό της φύσης τους. Τρεις νότες όλες μου οι μέρες και στο τι θα γίνει πως που τι και πότε μουδιάζει ο νους μου και παρασέρνει το σώμα στα ανοιχτά που περπατώ και χάνομαι , όχι σε κάποια στενά , όχι σε κάποιον άγνωστο δρόμο, χάνομαι μέσα στο ίδιο μου το κεφάλι. Άπλα θρυμματίζω τα μυστικά μου και φτιάχνω καινούργια γιατί μόνο έτσι για λίγο φεύγει το βάρος τους από το στήθος μου. Και μετά σιωπούν όλα για δεκαπέντε δευτερόλεπτα, με αγκαλιάζει η εξάντληση και κοιμάμαι σαν να πεθαίνω, ούτε όνειρα ούτε ξεκούραση ούτε ηρεμία.

Με λένε Κωνσταντίνο είμαι 20, και μεσα στο κέλυφος μου περιμένω.