Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Summer Rose (Part 4)

Ξεμεινα πισω λοιπον στους γρηγορους ρυθους απορροφηκε η σαρκα μου και η ψυχη εμεινε μετεωρη, οπως ο κατοχος της, αφεθηκε στην δικη της αληθεια, εστερνιστηκε το οξυγονο και με τυλιξε στο κοκκινωπο κουστουμι για να ξεφυγω απο τα ματια της και να χαθω στην αρμονικη μου συνυπαρξη. Ετρεχα χωρις τελειωμο στις κραυγες και πιωμενος αρκετα παραπατωντας στο σχημα ενος σταβου 8 εμεινα εκει που γεννιουνται οι ιστοριες. Και σε καποιο πεζοδρομιο εξελιχθηκα, ο αρμενιζων πριγκηπας ασυμφορος και απρεπης, Κωνσταντινος εκ σχεδιασμου χανομαι στο τακτικα σχεδον πια στο στρυφνο της ατμνοσφαιρας απο την οποια ξεπροβαλε σαν πειρασμος , οχι ηθικος ή τιποτα αλλο παρεμφερες, πειρασμος γνωστος με οστα και λειο δερμα που με σαρκικες ματιες αποσκοπει στην αναστατωση της νοτιας χωρας και στις σχετικες βλακωδεις αν και εξαιρετικες πραξεις που γινονται στα σκοτεινα, πραξεις που στρωνουν το κρεβατι για να το ξεστρωσεις. Και ξαφνου φτασαν τα στοιχειά σαν χορος τραγικος να δωσουν στην ωδη αυτη το ακροατηριο που της αρμοζει, ακροτατηριο που μπορει να ασπαστει, που γυμνο απο φραγμους ηθικους ειναι ετοιμο να κυλιστει στον βουρκο που βρισκει σπιτι στην μεθη. Ετσι σηκωθηκαν αναιδεις απο ορισμο και γεννα και γδυναν την νυχτα απο σκοταδι με φωτιες και φλογες που τα χερια μου προσπαθουν να ασπαστουν . Πριν ομως τα πυρινα χειλη τους αγγιξουν τα χερια μου αναζητησα την σωτηρια στην φυγη, φυγη ,ποσο ωραια ακουγεται αυτη η λεξη στο χαος που επικρατουσε . Και μονο ετουτη η λεξη ετρεμε στα ενδοτερα της σκεψης μου ''φυγη , φυγη , φυγη''. Νομιζα οτι κινουμουν ομως στασιμος εμενα στον χρονο πενιχρος και αστειος αναμεσα στισ φωνες και τις κραυγες να κλεινω τα αυτια και να απαγγελω ονοματα και ανθη, να προσπαθω σαν καρικατουρα να ξεφυγω απο ολες αυτες τις γομολαστιχες που ηταν στο κατοπι μου. Και καταμεσης της μικρης μου εσωτερικης Βαβελ , σιωπησαν οι κραυγες και σωπασαν τα στοιχεια, βρηκε παλι η νυχτα το μαυρο της και εγω σταματησα να τραυλιζω την σκεψη μου. Ετσι λοιπον παρελυσε το ακουσιο των κινησεων μου και αποσβολωμενος σαν παιδι ξεμεινα παλι να να κοιταζω το προσωπο της μιας και ηταν εκει να προδωσει στα ματια μου το υπερφυσικο της υπαρξης της, τοσο κοντα που μπορουσα να εξετασω ακομα και τις αμυχες του δερματος της. Και σαν θεος πιο δεκτκοσ , σχεδον προσωπικος με καλεσε στο νου μου να την αγγιξω. Επιασε τα χερια μου και τα εκρυψε στα δικα της και οδηγοντας της ακρες των δαχτυλων μου στο κοκκινο των χειλιων της. Ετσι με τετοιου ειδους προσκλησεις γοερες διαπερασε σαν λεπιδι κοφτερο την ηθικη μου. Και υστερα μιλησε:
''Ειναι η λεπιδα που σε πονα ή η πλοκη; Μηπως πονας γιατι φευγεις νωρις; Ή μηπως ειναι βαρυ το λεπιδι που βρισκει θηκαρι στα σωθικα σου;''
Και οι περιπτυξεις συνεχισαν μεχρι που το μελανι στερεψε ,το χαρτι ασπρισε και η μεθη μου σαν θυληκο κλασσικο αρχισε και αυτη να με εγκαταλειπει σιγα-σιγα . Και στο ανθος της παρακμης μου μου επιασε το χερι και το εσπρωξε πανω στο χαρτι , μουσα με θελγητρο αητητο που με φωνη ανηκουστη μα γηινη , τρεμοπαιζει σαν την λογικη μου νοτες ερωτικες και απο σαρκα φτιαγμενες. Ετσι λοιπον σαν να αλλαξαμε κορμια αυτη εκοψε και εραψε την πενα μου σαν δοξαρι που στην γλωσσα της προσδιδει κυρος στο πραγματικο και αληθινο.
Και παλι ομως σηκωσε το βλεμμα της απο το γεματο μου χαρτι αφησε το χερι μου και σταματησε. Ειχε ξημερωσει και τραβηχτηκε εκει που γεννηθηκε σε μια σκοτεινη γωνια της σκεψης μου ,εκει που παντα θα βρισκει σπιτι . Τυλιξε την νυχτα στα μαυρα της μαλλια και μαρτυρησε την υποταγη της στο χερι μου, πριν ο αλεκτωρ λαλησει τρεις και επιβεβαιωσει αλλη μια προδοσια
    Σηκωθηκε ο ηλιος λοιπον και γω ανθρωπος σαν γεννηθηκα βρεθηκα στην αμηχανια βουτηγμενος και μεσα στο πρωινο μου μουδιασμα ταυτισα τον λογισμο μου και αναλογιστικα: ''Αξιον εστι;''

Μαινεται λοιπον,
μια ιστορια που γεννιεται και πεθαινει
στο σαιξπηρικο σανιδι
και αγγιζει τα ορια του αθεραπευτου
τα ορια
που τοσο ζητω να ξεπερασω...


  τέλος...