Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Its like I'm sleepwalking

Πώς γίνεται να μην είσαι εδώ; Πως; Πως γίνεται να μην περνάω την πιο σκοτεινή μου ώρα μαζί σου; Πως γίνεται να μου είπες σ'αγαπώ μια μέρα στα σκοτεινά τότε που κοιμόμασταν μαζί και δενόντουσαν οι ψυχές μας σε έναν κόμπο αέναο και αμετάβλητο και τώρα να βαδίζω την σκοτεινή κοιλάδα αυτή μονός μου; Μονός μου ανάμεσα σε χιλιάδες. Πως γίνεται να αφήνομαι σε ένα σκοτάδι και μια άπατη για να κοιμηθώ; Πως μου λες; Πως γίνεται ακόμα κάθε νύχτα να την ποτίζω με την ουσία σου;  Και γιατί; Γιατί ακόμα όταν εξερευνώ τα σκοτάδια και περιμένω να φανείς; Γιατί έρχεσαι κάθε μέρα και κάθε νύχτα στο κεφάλι μου; Γιατί μου προσφέρεις δέκα λεπτά μονό γαλήνης;
Χτες ήταν μια άλλη μέρα. και ανάμεσα σε αλκοόλ και οπιούχα άρχισε η γη γύρω μου πάλι να τρέμει και σταδιακά εξαφανίστηκα , διαλύθηκα εκ των έσω και ανασχηματίστηκα άλλου, σε κάποια άλλη γη σε κάποιο άλλο σύμπαν σε άλλους κόσμους . Το δέρμα μου ασήμιζε στην έλλειψη του φωτός . Ήμουνα κάπου αλλού και έβλεπα ένα αστέρι να πεθαίνει. Έβλεπα έναν απρόσμενο τυφώνα αέριων και αζώτου να σκίζουν το απέραντο και αχαρτογράφητο διάστημα. Και τότε κατάλαβα ότι ήμουν τόσο μακρυά. Κατάλαβα τα πάντα σχεδόν. Εκατόν σαράντα εφτά χιλιάδες έτη φωτός από την γη και ακόμα ήσουνα μέσα μου στον πυρήνα μου σε ό,τι ονομάζουμε ψυχή, εκεί κατοικούσες. Ήμουνα τόσο μακρυά και έβλεπα κάτι τόσο αχανές και αναρίθμητο που ο νους δεν μπορούσε να αντιληφθεί και όμως ήσουνα εκεί. 'Ή έστω εν κομμάτι σου. Καθώς άγγιζε το κενό δέρμα μου ,ήμουνα ελεύθερος άπο τα πάντα από το οτιδήποτε. Ελεύθερος από κάθε άξια από κάθε κληρονομιά και κάθε χάρισμα που μου κληροδοτήθηκε. Είχα μονό λίγη οργή μέσα μου, λίγη αγανάκτηση. ανάμεσα στους κοσμικούς ορυμαγδούς  και στο απέραντο κενό του διαστήματος άρχισε το σώμα μου να διαλύεται σε εκατομμύρια εκρήξεις καθώς έβλεπα κάτι καινούργιο να γεννιέται μπροστά μου. Μέσα από τον απολυτό και επικό θάνατο ενός αστεριού μέσα από τις εκατομμύρια συμπλεγματα φωτος και ασχημάτιστης μάζας τόσο πιο μεγάλα απο'τι μπορεί το μυαλό να αντιληφθεί γεννήθηκε ένα άλλο φως. ένα φως που με ξενίζει. Τόσο αχανές και απόλυτο που με κατέκτησε σε όλα τα επίπεδα που υπάρχουν στο σώμα. Σε όλα τα επίπεδα που μπορεί να διανοηθεί ο νους. Το μονό που ακούγονταν ήταν οι αλλεπάλληλες εκρήξεις και η φωνή σου όταν γελάς. Εκεί αιωρήθηκε το σώμα μου για χιλιάδες χρονιά.  ανάμεσα στα απειρα χρώματα , τόσα πολλά που ακόμα δεν μπορώ να τα ονομάσω όλα, αφέθηκε το μυαλό μου και παρηγορήθηκε ο νους από τόσους καταστροφικούς ήχους που μέσα από τη παρακμή και τον θάνατο μιας θείας δημιουργίας αρμένιζαν στο κενό και πέρναγαν από μέσα μου σε τόσα κύματα απαράμιλλα και συμπαγή. Τότε στάθηκε ο χρόνος ακίνητος σαν να αναιρέθηκε η αρχή του και μέσα από τον απολυτό σκοτάδι συμπυκνώθηκαν τα πάντα σε μια μικρή σφαίρα στο χέρι μου. Είχα στα χεριά μου την ζωή ενός νεαρού αστεριού ,μιας νέας ύπαρξης τόσο απέραντης, τόσο κοσμικής και αχαλίνωτης που έτρεμε ότι και αν είναι αυτό που ονομάζεται ψυχή μέσα στο στήθος μου. Ταλανίζονταν η ψυχή μου μέσα μου σε έναν ρυθμό μελαγχολικό σαν ένα ρέκβιεμ για την ζώη που χάθηκε και την ζωή που κερδήθηκε. Πώς άραγε να ζήσω σε ένα σύμπαν που με διώχνει; Και έτσι έφυγα για λίγα μόνο λεπτά και έζησα κοσμικές στιγμές στο απέραντο της ανθρωπινής φαντασίας. Σε άλλες πραγματικότητες με άλλα όνειρα και ελπίδες ξένων πολιτισμών. Κράτησα ένα νεογέννητο αστέρι στα χέρια μου και απαλύνθηκα από το φως του ένα εκατομμύριο φορές. Και καταστράφηκα από τo βεληνεκές του άλλες τόσες. Είδα ότι μέσα από τον θάνατο βρίσκεις δέος. Και το πρώτο πράγμα που μου πέρασε από το μυαλό είναι αν θα δεις το φως που κρατώ όταν κοιτάς τον ουρανό. Όταν κοιτάς τον ουρανό άραγε με σκέφτεσαι ποτέ; Σκέφτεσαι ποτέ ότι κρατάω ένα από τα αστέρια που βλέπεις και κυριαρχείς στον λογισμό μου;

Με λένε Κωνσταντίνο είμαι 21 και αν έφευγα μακρυά σου, άραγε θα σταματούσα  πότε να νυκτοβατώ;