Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Such imagination seems to help the feeling slide, I'll take it by your side...

Kαποτε σηκωθηκε απο την θεση του και σταθηκε στα δυο του ποδια. Tην κοιταξε στα ματια και χαθηκε στο αχανες και απροβλεπτο τις ιριδας, στην συστολη της ατσαλης κορης και στην διατολη της ψυχης. Tης εκανε νοημα να τον ακολουθησει και εκεινη απλως υπακουσε. Πλησιασαν το νερο και εκεινος χαθηκε στην αλμυρα λες και δεν γεννηθηκε στο αχανες, λες και η θαλασσα του ηταν ενα μυστικο καλα κρυμμενο απο ανθρωπους και ιστορια. γδυθηκε για να ειναι γυμνος μπροστα της. Δεν αφησε τα ρουχα του και τον πολιτισμο του, απλως αφησε την ψυχη του ανοικτη, σαν σκοτεινη μικρη μαζα που δακρυζει φως όποτε τον στραβοκοιτουσε εκεινη.
Οπως και τοτε ετσι και τωρα πιαστηκαν και ανακατεψαν τις ψυχες τους. Εκεινος ηταν ο μισος μεσα στο νερο ενω εκεινη διασταζε. Και ετσι τραβηχτηκε εξω, την πλησιασε και την εκρυψε στην αγκαλια του, ο πενιχρος και σκοτεινα ονειρευομενος πριγκηπας ασπαστηκε το τριανταφυλλο του και αφησε τους ηλιους να κινουνται γυρω τους για αιωνες. Περνουσε ο καιρος περνουσαν οι ανθρωποι και ακομα εκεινη ζουσε στα χερια του και ο αλλοτε αρμενιζων αρχων τωρα γονατιζε μπροστα σε κατι το ανωτερο που λυγιζε το κορμι του και σφυρηλατουσε απο την αρχη την ψυχη, οπως οταν ηταν μικρος και μαθαινε να κρυβεται απο τα βλεμματα για να νιωθει ασφαλης στην μοναξια του. Και μετα απο αιωνες κρυμμενη στην αγκαλια του αποφασισε να φυγει. Τρομαγμενος της επιασε το χερι για να την συρει και να την κρυψει στα νερα, να την σωσει απο τον δυοντα ηλιο και το αμειλικτο του χρονου. Και τραυλιζοντας την σκεψη του της ειπε να καθισει στην αμμο. Αυτη αρνηθηκε μα στα ματια της φαινονταν η φλογα εκεινη που αγκαλιαζε το σωμα του μεσα στους αιωνες, οπου ενας ανθρωπος εζησε χωρις αλλους , χωρις αλλον ερωτα ,χωρις τροφη ,χωρις νερο και παλεψε με το γηρας για να μπορει να στεκεται διπλα της ακμαιος σαν εκεινη. Ω ναι, ηταν ακμαζουσα, μια μικρη αιθερια απολαυση που απιαστη σαν ειναι μου εμαθε και μενα να χανομαι στον στροβιλο της σκεψης, στην δινη του συναισθηματος που ισως να ειχα ξεχασει να αισθανομαι. γονατισαν και οι δυο και εκεινη ξαπλωσε κοντα του και αρχισε να τερπει τα ματια του σαν μουσα που γνωριζε ουσια σαν ιδεα που κινηται αναμεσα στα δαχτυλα του και απλως συνεχιζει να του ξεφευγει οποτε αποπειραται να την κανει δικη του. Ετσι και εκεινος ξαπλωσε και αρχισε νωχελικα να εξερευνα το κορμι της, ποτε με τα χερια, ποτε με την γλωσσα και ενιοτε με τον νου. Τα ματια του ηταν κλειστα. Δεν τον ενοιαζε καθολου μιας και καιρο τωρα ευτη βασιλευει στο νοερο της σκεψης του. Και μειναν εκει, μεχρι που τελειωσαν τα χρονια , μεχρι που σωπασαν οι καιροι και η νυχτα τους εκανε δικους της. Τοτε σηκωσε το χερι του και της εδειξε τον ουρανο. '' Εγω θα σου μαθω να κοιτας τα του ουρανου τα κοσμηματα και εσυ πως να ειμαι ανθρωπος'' σκεφτηκε και της μαθαινε για τον Τοξοτη και τον Σκορπιο, μα εκεινη δεν μπορουσε να τους δει, γιατι η νυχτα ηταν ακομη νεα και τα ψηγματα του ηλιου που κυριαρχουσαν στην δυση της εκρυβαν τον ουρανο. εκεινος απλως γελασε και την φιλησε τον λαιμο. Εκεινη δεν μιλησε απλως αγγιξε τα ποδια της για να κρυψει την ανατριχιλα. Αν κοιταζε σωστα και μπορουσε να δει και τον Τοξοτη και τον Σκορπιο τοτε θα κοιταζε και μεσα στα ματια του το ειδωλο της και ετσι ισως καποτε μαθαινε το αληθινο βεληνεκες της φυσικης και αρχεγονης ομορφιας της. Μα δεν το κανε. Σηκωθηκε και του ψιθυρησε οτι ειναι ωρα να φυγει. Και εκεινος απλως δεν της το αρνηθηκε αλλο, πηρε αυτος την πορεια του και αυτη την δικη της και χαθηκαν στην ωριμανση της νυχτας και στην απαστραπτουσα ιδεα που ειχε απομνημονευσει αυτος απο εκεινους τους καιρους που εκεινη ζουσε μαζι του,που ζουσε στα χερια του...

Με λενε Κωνσταντινο, ειμαι 19 και αυτο συνεβη στα αληθεια...

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

''She’s quite the talker she creeks and moans, she keeps me up..''

Ήρθε κάπως απότομα αυτό το καλοκαίρι. Έτσι όπως του έπρεπε να εμφανιστεί για να ξεπλύνει τις ζοφερές και ξεθωριασμένες μνήμες από τα προηγούμενα. Αρχίζοντας και φέτος το καλοκαιρινό βολτάρισμα πέρασα έξω από ένα σπίτι. Έναν οίκο που κρύβει μυστικά, σαν έμενα. Που κάποτε μεγαλοπρεπής καλωσόριζε την μέρα και τώρα ξεχασμένος από ανθρώπους και ιστορία έχει αράξει στις νύχτας την άκρη και μετράει τις αυγές, νιώθει το μέσα του να θρυμματίζεται από τα τις φύσης τα απλησίαστα. Λες να ευελπιστεί και αυτός σε ένα καλύτερο αύριο; Ίσως. Έτσι άλλωστε πρέπει να πιστεύει, αυτό του αρμόζει, να ελπίζει στο καλύτερο και να χάνεται στο μέτριο, να μάθει το κορμί να συμβιβάζεται και το πνεύμα να πέτα. Γιατί μου είπαν ότι όσο υπάρχει αέρας μπορούμε να πετάμε.Και από σήμερα επιλέγω να πετώ και να χάνομαι όπως είπε και ο Ελύτης ''στων βράχων το απλησιαστο''. Μια θα με βρεις εδώ, μια εκεί, ανάλογα με τους καιρούς μιας και σπίτι δεν γνωρίζω και η νύχτα καθορίζει το πρωινό μου. Και ας μου βγει και σε κακό, άλλωστε όταν πια θα κρυφτώ από αυτόν τον κόσμο και θα τον αφήσω να πάρει την ρότα του θα μπορώ να πω πως έμαθα να ζω και αν με κρύψανε οι σκιές ειναι γιατι καποια ανθη ανθιζουν την νύχτα και εκεινα ειναι που δεν θα μυρισεις ποτε στις ομορφες εικονες που εχεις σχηματησει για την ευτυχια. Θα εξερευνω το πρωι και το βραδυ θα εξιστορω αυτα που ακουσα και ειδα αναμεσα στα θηρια και ετσι θα γεμιζω της μερες μου, αληταρια που ξεμενει και μιλα για την ζωη απο την αδεια γαλαρια ενος μεταμεσονυχτιου λεωφορειου. Και ισως μια μερα να μπορω και γω να εναρμονιστω στο χαος τον ανθρωπων και να κοιμαμε μαζι τους αντι να νυχτοπερπατω, να αισθανομαι και να χαραζω το ξυλινο δερμα και να ματωνω απο χαρα για το περιεργο και ακατεργαστο της φυσης της ανθρωπινης. Ποντος ενας για το ξυλινο παιδι.
 
Με λενε Κωνσταντινο, ειμαι πλεον 19 και ειμαι εδω για να μιλησω για την ομορφια της μεταλλαξης.