Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Uninvited

Σε μια ανατριχίλα που ταλανίζεται στα μάτια μου περνάνε οι μέρες. Σαν βίαιο, βάρβαρο μπαλέτο που σιωπηρά κρύβετε σε σκιές που δεν έχουν όνομα, δεν ακούν σε καμία προσταγή και δεν γνωρίζουν καμία υποταγή σε φάσμα ανθρωπινό σαν μια ανάγκη που αντηχεί στα κόκαλα μου και ψιθυριστά μου απαγγέλλει τις δικές της προσταγές, μου επιβάλλεται και νωχελικά με τέρπει, ανιαρή και ακάλεστη, με κρύβει στο  σεντόνι της σκοτεινά ονειρευόμενος και με απορία στην διάθλαση να ψάχνω όποιον λογισμό μου έχει ξεμένει. Την νιώθω πάλι να τυλίγει τα παιδικά της χέρια γύρω μου, να με καλεί σε ένα υγρό κουτί ,να αφεθώ στην φρίκη της ομορφιάς της: μιας ομορφιάς τόσο διττής, άψυχης, ανίερης που βυθίζει στον άτσαλο, βιρτουοζικο χορό της μια αίσθηση τόσο εθιστική που τσούζει τα μάτια μου και αγγίζει ερωτικά σχεδόν τις πιο βαθιές πτυχές μου, και από εκεί με κρατά, το έμβλημα μιας σκοτεινής επιθυμίας που γύρω γύρω γυρνά στην σκέψη μου σαν να ψάχνει τον ορισμό της τριγυρίζει, μια συνάφεια που αρνούμαι να της δώσω ύλη και αξία γιατί την φοβάμαι. και στην σκέψη μου μοναχά αφήνω τέτοιου είδους συζητήσεις, εσωτερικές, ενδοτερες, σκέψεις που στο μισοκοιμισμενο μου κεφαλι τραυλιζουν την αναγκη μου για μια ταυτοτητα, για εναν δικο μου ορισμό , για μια δική μου συναφεια. Ποιος ειμαι, τι ειμαι και που παω; Δεν ξερω. Δεν ξερω ακομα.Εελπίζω. Και ανοιγω διαπλατα τις πορτες σε αυτο, το τερας που κρυβεται στην ντουλαπα και δειλος σαν ειμαι, σιωπω και αποκοπτομαι οταν ειναι κοντα. Δεν βγαζω μιλια. αφήνω τον λυκο μου να τραφει απο την ψυχη μου και αντι για αγχομενος παρατηρω γοητευμενος το μεσα μου να βγαινει στην επιφανεια, μια κρυμενη ηδονη που κυλα απο τα χερια μου ετσι οπως γινονταν καποτε. Ετσι οπως θα γινεται μολις παρω μια σφιχτη αγκαλια το τερας που κρυβεται και κατοικει στην τσεπη μου και τρεμαμενος αποδεχτω το πενιχρο που συνεπαγεται με το πετσι μου, το πετσι που τοσο με περιοριζει, καθε μερα και πιο πολυ.
Με λενε κωνσταντινο, ειμαι 18 και μ'αρεσει να δαγκωνω...

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

...like a rainbow...

Σήμερα ήταν μια όμορφη μέρα. Ίσως  φανεί πεσιμιστικό αλλά τολμώ να πω πως είχα αρχίσει να ξεχνώ τις όμορφες μέρες. Ήταν μια μέρα αγνή, όχι  άδεια, όχι διαφορετική, απλά όμορφη. Έτσι όπως μονό μια όμορφη μέρα ξέρει να είναι χωρίς να ξεκινά κάπως φαντασμαγορικά όπως θα τις άρμοζε. Με πρώτο πρωινό πλάνο το χέρι μου που θολό και μουδιασμένο έτριβε σχεδόν ακούσια το πρόσωπο μου ξεκίνησε ο καθημερινός κοινωνικός μου στίβος μα δεν ήταν οι εικόνες, ήταν το μαγικό της φορτωμένης μου σκέψης που ταλάνιζε με έναν απρόσμενο και παλιό σχετικά τρόπο τα όνειρα μου. Ακόμα τρεμάμενος από το πυρετώδες κλίμα των γιορτών  έφερα το αγουροξυπνημένο βλέμμα μου πάνω από μια κούπα καφέ γιατί δεν ανοίγει το μάτι στις 9 το πρωί αλλιώς πια. Και όμως δεν ήταν ο ίδιος καφές που ήταν πριν κανα δυο μήνες. Ήταν το ίδιο πικρός το ίδιο μισοβρασμένος μα έδινε μια συνάφεια στις σκέψεις μου και με την καφεΐνη να γυρνά σαν παιδί σε sugar overdose στο νευρικό μου είδα από νωρίς το γλυκό της μέρας τούτης. Μην βαρεθείτε και μην ζηλεύεται, γιατί εγώ θα συνεχίσω να μονολογώ για αυτήν την ημέρα. Γιατί με την απώλεια αυτών των ημερών είναι που εκτιμάς ένα γνήσιο χαμόγελο που θα ξεφύγει από τα χείλη σου όπως παλιά. Τότε που δεν τα εκτιμούσες, θυμασαι; Θυμάμαι να λες και να λυπάσαι για τις στιγμές που ήταν για σένα μα χωρίς εσένα...και ήταν ένα τρεμάμενο πλάνο που με συντρόφευε όλη μέρα, όχι κάποιο τοπίο η κάποια τρελή κατάσταση που έζησα κάποτε, αλλά μια πιο ήρεμη χωρίς ήχο,  ένα  πλάνο σε μια αόριστη επανάληψη συνεχώς να παίζει στο μυαλό μου και χωρίς να θέλω συνειδητά γέλασα για πρώτη φορά μέχρι δακρύων μετά  από  πολύ καιρό, όχι με κάτι ή κάποιον , ούτε με καμιά μαλακιά στο δίκτυο. Γέλασα αυθεντικά όπως γέλαγα κάποτε και δεν μπορούσα να σταματήσω αυτήν την τρελιάρικη κατρακύλα γιατί ήταν η μονή που σε αντίθεση με την κλασσική γνώριμη, ήταν πάντα αργοπορημένη στα ραντεβού μας. Και σαν φτωχός παρατηρητής έπιασα τον εαυτό μου να μην βαριέται για τίποτα ούτε για τις δουλείες μου ,ούτε για τις αγγαρείες που έπρεπε να μου επιβάλω πια ,ούτε για τίποτα. Έγιναν  όλα με ένα αυθεντικό χαμόγελο που με στόλιζε όλη μέρα, ένα χαμόγελο εσωτερικό που τόσο μου είχε λείψει.
Μια ανάγκη να είμαι χαρούμενος χωρίς κάποιον συγκεκριμένο λόγο αλλά με μόνον άξονα μια κατάσταση που τόσο καιρό βασίλευε ανάμεσα σε μένα , στο μαξιλάρι μου και έναν τσιγκούνη Μορφέα. μια κατάσταση αξιοζήλευτη.
Με λένε Κωνσταντινο  ,είμαι 18 και σήμερα πέρασα την όμορφη εκδοχή της ρουτίνας μου...