Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

My Lenor...

Εκτός Αθηνών και χωρίς συντρόφια με βρήκε το χαρμόσυνο βράδυ της Παραμονής να έχω δέσει τις ελπίδες μου στην ουρά μιας υπνηλίας που τακτικά πια με καταλαμβάνει στερώντας μου έτσι ασύστολα και λίγο προκλητικά πια το δικαίωμα μου να αρμενίζω μονάχος μεταμεσονύκτια. Και με στοργή αγκάλιασα τα εναπομείναντα λεπτά ησυχίας χωρίς κάποιο στόχο χωρίς και χωρίς λογισμό έκατσα στην καρέκλα του γραφείου μου για να εκμαιεύσω μια ακόμα ανάρτηση καθώς οι περιστάσεις του τελευταίου καιρού δεν μου το επέτρεπαν. Σέρβιρα λοιπόν στην αφεντιά μου ένα ποτό,  και άφησα όπως παλιά τις σκέψεις μου να κυλήσουν στο ‘’χαρτί’’ ή στην δίκια μας περίπτωση στην οθόνη. Αυτή ήταν μια παραμονή που άρμοζε σε μένα.. λίγο πιο solo παρότι συνήθως να αφήνομαι έτσι όπως σχηματιστικά μια ασύμμετρη ουσία απο ιδέες και ταλέντο , χωρίς στόχο χωρίς πλοηγό ξεχασμένος από ιστορία και ανθρώπους να γραφώ και να γραφώ. Μόνο που το σήμερα είχε μια άλλη γεύση. Είχε μια γεύση που δεν ήταν αλκοόλ, μα με μια ερεθιστική και μεθυστική ουσία περά από κατανόηση άλλων. Μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα σε μούσα και δημιουργό που μόνο κάποιος με ανάλογες ασχολίες μπορεί να ασπαστεί και να εκτιμήσει. Ποιος όμως μπορεί να πατήσει δυνατά πόδι κάτω και να πει τι απαρτίζει την έννοια της ‘’μούσας’’; Και εκεί κόλλησα πριν 1-2 χρόνια όταν σαν σήμερα σε μια διαφορετική παραμονή μου τέθηκε το ερώτημα αυτό , στο όποιο θεώρησα σωστό  να δώσω μια αρκετά πομπώδη απάντηση με λέξεις και στοχασμούς περιέργους θέλοντας έτσι να δώσω μια πληρότητα που δεν άρμοζε αρκετά στην άγνοια που επικρατούσε εκείνη την στιγμή μέσα στο κεφάλι μου. Και αν θυμάμαι καλά ο συνομιλητής μου γέλασε και όχι με κάποιο σαρκαστικό τρόπο αλλά όπως γελάμε εμείς όταν ακούσουμε ένα έξυπνο ανέκδοτο που ξέρουμε ότι δεν έχουμε καταλάβει. Και χωρίς υπαινιγμούς μου χάραξε μέσα μου έναν λόγο που θα θυμάμαι ακόμα και όταν θα παίζω πόκα με τα υπόλοιπα γερόντια στο τοπικό ΚΑΠΗ :’’ Πιτσιρίκο, κόψε τις μαλακιές, γιατί κάνεις μπαμ από τα 200μ. ότι νιώθεις ότι μιλάμε για νεράιδες’’. Θυμάμαι πόσο είχα προσβληθεί αλλα μονο αρκετο καιρο μετα καταλαβα ποσο δικιο ειχε όταν ελεγε ότι δεν ξερω γιατι μιλώ. Κι όμως κληθηκα και εγω σαν χρηστης της τεχνης να αναρωτηθω από πού ερχονται αυτά που εγραφα μέχρι τότε… να δώσω λίγο νόημα σε όλο αυτό. Και μια μέρα γνώρισα αρκετά απρόσμενα την μούσα μου. Την δική μου προσωπική μούσα που μόνο εγώ μπορούσα να διακρίνω σε εκείνα τα μάτια που χτενίζουν ακόμα και σήμερα την ψυχή μου το θεϊκό στοιχείο της επιρροής της πάνω μου. Και στα δικά μου φαίνονταν η βλακεία που κατοικεί μέσα σε όλους τους ανθρώπους. Η ιδία βλακεία που θα ένιωθε κάνεις αν άγγιζε το τέλειο και ακόμα δεν ήταν έτοιμος.
Mην με ρωτήσετε πώς και συνεπώς μην με ρωτήσετε γιατί, γιατί να είναι η εν λόγω κυρία εκείνη που ακόμα και μέσα στην απουσία της κινεί πάντα το χέρι μου και δίνει πνοή στις λέξεις για μένα. Μην ψάξετε να βρείτε το γιατί με πόναει όσο μπορεί. Μην με  ρωτήσετε πως το κάνει… απλώς δείτε την να γελά , κατακλυσμένη από ντροπή για τα βλέμματα που τις ρίχνω ενίοτε. Μην ψάξετε να βρείτε γιατί. Γιατί έτσι… γιατί απλά δεν μπορώ να την αποφύγω με έλκει όπως έλκει ο ήλιος την γη... με έλκει οποιαδήποτε καταστροφή, οποιαδήποτε χαρά και κάθε χάδι από το δικό της χέρι…
Με
λένε Κωνσταντίνο, είμαι 18 et c’est ma cadeau pour toi ma seule muse…

Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

''Allow me to be frank at the commencement: you will NOT like me''

Σχεδόν βασανιστικά όλες αυτές τις μέρες αναβόσβηνε ο κέρσορας στην οθόνη μου και τολμώ με ευλάβεια να πω πως έβγαζε μια απόκρυφη ανάγκη μου να κάτσω μπροστά στην οθόνη μου και να γεννήσω άλλη μια ''ανάρτηση''. Και ένα βραδύ σαν αυτό, και μετά από πολλούς σχολιασμούς πάνω στα εν λόγω κείμενα, άλλους θετικούς , άλλους αρνητικούς, και άλλους αδιάφορους  θέλησα να δώσω λίγο από το δικό μου κομμάτι νου σε όποιον τυχόν ανακηρύξει τον εαυτό του αναγνώστη των κειμένων αυτόν διαβάζοντας τα. Ανα τους αιώνας  οι καλλιτέχνες εκτελούσαν το χρέος τους στους ανθρώπους θέλοντας να εξευμενίσουν το πιο αδυσώπητο θηρίο απ'όλα. Και δεν μπορώ να πω με σιγουρια ότι σήμερα Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010, τετρακόσια χρόνια μετά τον William Shakespear, και 150 χρόνια μετά τον Charles Baudlaire,  οι εν λόγω κύριοι, παρα τις φιλότιμες και μοναδικές προσπάθειες τους κατάφεραν κάτι. Αναλογίστηκε κανείς γιατί σε μια εποχή που η τέχνη αποτελεί πολυτέλεια αχρείαστη συνεχίζουν να υπάρχουν καλλιτέχνες; Και συγχωρήστε με αν σας μπέρδεψα με την χρήση του όρου καλλιτέχνης, αναφερόμουν στέγνα σε αυτούς τους ξεχωριστούς ανθρώπους που χάνονται στα νήματα μιας κοινωνίας που απορρίπτει επιδέξια κάθε τι το ποιοτικό και άξιο προσοχής προσηλώνοντας τα μέλη της στην ανάλωση μέσα σε οικτρά ονειροκούτια και απρόσωπα διαδίκτυα όπως αυτό στο όποιο βρίσκομαι αυτήν ακριβώς την στιγμή. Στην ίδια κοινωνία που πριν 2400 χρόνια πότιζε κώνειο αυτούς που δεν αρέσκονταν στην στυγερή ανάπαυση. Στην ίδια κοινωνία που μετά από χιλιάδες χρονιά προσπαθείας καθιέρωσε στον εαυτό της ένα καθεστώς ανούσιας sit comedy, που τρόμαξε τόσο πολύ τα μελή της ώστε να αφήνουν τα ανθρωπάκια στο κουτί εκείνο να κάνουν τα κουμάντα και να ζουν την ζωή για εκείνους. Εμείς  τότε ήμασταν κάπου πειράζοντας την φύση για να δούμε  ποσό  αντέχει ή σε κάποια πίστα να κόβουμε βόλτες στα γαρίφαλα πνίγοντας την αξία μας στην ''διασκέδαση''. Με μια και μονό λέξη ,που αν και άκουσα πρόσφατα , ήξερα ότι θα μου χρησιμεύσει αρκετά στα χρόνια της ζωής μου, 'Κοπροδιαιτοι''.
   Μην με ρωτήσετε γιατί είμαι εδώ, γιατί γράφω και τον χρόνο μου ίσως να χάνω με το να προσπαθώ. Δεν το κάνω για σας, μα για μένα.Είμαι εδώ γιατί θέλω τόσο να κάνω κάτι με νόημα που υποκύπτω σε αυτό το ανώνυμο και απρόσωπο μέσο. Κάποιες φορές νιώθω άσχημα που πατάω στα ιδανικά μου και στα πιστεύω μου για ένα κομμάτι ανάσας, μιας και με κάθε λέξη που βγαίνει από τα χέρια μου νιώθω το στήθος μου λίγο ελαφρύτερο. Γιατί έτσι, νιώθω ότι ίσως από τους 2 , τους 10, τους 100 που θα μπουν εδώ θα αντιληφθούν ότι κάτι πάει άσχημα με αυτό το κομμάτι γης που πατούμε και ονομάζουμε πατρίδα. Γιατί όταν ''γράφτηκα'' στην όλη ιδέα της τέχνης, ίσως και να ήξερα ότι κάποτε θα έκανα και εγώ την απόπειρα μου να χαστουκίσω την ανοησία με όση δύναμη έχει ξεμείνει. Και έτσι αποφάσισα να αλλάξω το στυλ εισαγωγών αυτής της σελίδας όταν τα σχόλια που μου έγιναν αφορούσαν την έλλειψη νοήματος και ότι δεν βάζω τον εαυτό μου εδώ. Δεν έψαχνα κάποιον να του είμαι συμπαθής , ούτε έναν τρόπο να ξεγυμνώσω τον εαυτό μου σε τυχάρπαστους αναγνώστες, και σαφώς δεν κυνηγάω καμία επιβεβαίωση. Θέλοντας να αγγίξω την ανάγκη σας για νόημα ,αυτό θα δώσω στις οθόνες σας όσο μου επιτρέψετε.
Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 18 και όπως είπε και o Johny Depp ( στον ρόλο του john wilmot),                '' επιτρέψτε μου να είμαι ειλικρινείς κατά την εισαγωγή: ΔΕΝ θα με συμπαθήσετε.''
 

Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

''home home again, i like to be there when i can...''

Μια ξεχωριστή Παρασκευή ακολούθησε μια πολύ ανιαρή Πέμπτη, και παραδόξως δεν ήταν ούτε το μέρος, ούτε η ατμοσφαίρα που έδωσαν αυτήν την ξεχωριστή νώτα στο βραδύ μου αλλά ήταν
η παρέα μου που μαζί μου ανακάλυψε χτες μια από τις πιο όμορφες γωνιές της Αθήνας καθώς ο Δεκέμβρης αποφάσισε να βγάλει το μαγιό του και να μας δείξει τι σημαίνει ''κυκλοθυμικός'' αγγίζοντας τα όρια της αντοχής μας με την απότομη αυτή αλλαγή του καιρού φτάνοντας στο σημείο να μας θυμίσει έτσι παραδοσιακά τι σημαίνει Χριστούγεννα, με λίγο χιόνι , λίγο κρύο και πολλές υποσχέσεις. Στο ΤΑΥ λοιπόν άρχισε το βραδύ μου με σύντροφο την όμορφη εκείνη μούσα μου να ταλανίζει τις αισθήσεις μου και συχνά πυκνά να τις στομώνει αφήνοντας με μοναχό παρατηρητή της μέσα στην σκοτεινή εκείνη ατμοσφαίρα να απορροφώμαι από την Jazz που είχε ποτίσει την ηχητική σφαίρα αυτού του αξιοπερίεργου μέρους.,χωρίς πολλές περιστροφές (δυστυχώς ;D ). Έτσι λοιπόν κύλησε αυτό το ήρεμο και παρόλαυτα  ιδιαίτερο βράδυ, όταν αρχίσαμε να παρατηρούμε και οι δυο ότι η έλλειψη καρέκλας είχε αρχίσει να κάνει τα πόδια μας να μας εγκαταλείπουν. Εγκαταλείψαμε και εμείς, λοιπόν, την ελκυστική εκείνη ατμόσφαιρα αυτής αξιοσημείωτης μεριάς της νυχτερινής Αθήνας, και αρχίσαμε τους εναγκαλισμός με το  φρέσκο κρύο του Δεκέμβρη ,το οποίο αν και πολύ το νοστάλγησα , ειδικά χτες, δεν είχα το humor να το εκτιμήσω από καμιά οπτική. Ίσως να ήταν  βροχή , ίσως να ήταν το μεξικάνικο εκείνο παρασκεύασμα που τιμήσαμε δεόντως , ίσως να ήταν και όλα αυτά μαζί, στα οποία εγώ ρίχνω το φταίξιμο για εκείνους τους χορούς , τους  παθιάρικα αργούς που σκορπίζαμε κάτω από την μικρή αλλά αρκετή  βροχή. Σε αυτούς τους  αμαρτωλούς  παράγοντες  επίσης ρίχνω τις ευθύνες για τα περίεργα βλέμματα των περαστικών, που τρυπούσαν το πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Για να αποφύγουμε  αυτήν την άδικη κοινωνική κριτική ( γιατί αν το κάνει ο Fred Astaire είναι  τέχνη που έγινε cult, όταν το κάνω εγώ είναι απλώς ηλίθιο!) καταφύγαμε σε ένα άλλο bar στην οδό Καρόρη του οποίου το όνομα δυστυχώς δεν συγκράτησα , είτε επειδή το buzz μου δημιουργούσε βήματα στο σχήμα του οκτώ , είτε επειδή η αξιαγάπητη παρέα μου είχε την απερίσπαστη προσοχή μου. Με τα δάχτυλα μου μουλιασμένα και με όρεξη για ιδιοτροπίες έσπρωξα την πόρτα του μέρους εκείνου του οποίου ο ψυχεδελικός φωτισμός με κέρδισε αμέσως. Και σε εκείνο το μέρος μετά από πολλές κουβέντες άβολες και βουτηγμένες σε ένα παρελθόν του οποίου η μυρωδιά έγινε τόσο έντονη αυτές τις μέρες άγγιζα την τύχη μου σε ακατάλληλα μέρη για να μου δείξει την ικανοποίηση της. Και τα χάδια μου της άρεσαν πολύ. Πάντα της άρεσε να την πειράζω. Με την έξοδο μου έλαβα μια ειδοποίηση από την αξιαγάπητη εκείνη παρουσία, που με έπεισε να ξεκινήσω να επιδίδομαι σε δημιουργικές ασχολίες σε αυτόν τον ιστότοπο, ότι το πρώτο χιόνι αυτού του ''κυκλοθυμικού'' μηνά ήταν γεγονός και συγκινημένος από την εμφάνιση του χιονιού με κατέλαβε μια έκσταση  απαράμιλλη την οποία κλήθηκε να κατευνάσει η ανάγκη της αγαπημένης μου παρτενέρ να εγκαταλείψει την όμορφη πόλη της Αθήνας για να μπορέσει να αποφύγει τα κρυοπαγήματα σε όλη την έκταση του σώματος της. Έτσι μονός μου ξέμεινα με αυτό το γνώριμο συναίσθημα ,του να μένεις μπατίρης στην μέση της Αθήνας ενώ το ρολόι μου είχε ήδη δείξει 3 το πρωί. Με σύντροφο το πρώτο χιόνι για το 2010 άρχισα να παίρνω τον δρόμο της επιστροφής  βλέποντας τους δρόμους της πρωτεύουσας έτσι όπως μονό προτιμώ να τους βλέπω: γυμνούς από άλλες παρουσίες. Και ανάμεσα στον γρήγορο βηματισμό μου για να προλάβω το 790 και στις γλυκιές αναμνήσεις που είχα αποκομίσει από το βραδύ εκείνο πήρα το τελευταίο μέσο για το σπίτι. Μπορεί η διήγηση μου να ήταν  φτωχή, μπορεί εγώ να τα θυμάμαι έτσι, μπορεί να μην τα θυμάμαι και όλα, αλλά ξέρω πως έδωσα επιτέλους εκείνη την τέρψη που τόσο αναζητούσε η ανεμοδαρμένη μου ψύχη και ο ύπνος ήρθε αυτήν την φορά μονός του.

Με λένε  Κωνσταντίνο, είμαι 18 και μπορώ χωρίς φόβο και δέος να πω ότι ένιωσα  σπίτι.

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Wandering, wandering in hopless nights...

Mια γλυκεία γεύση μια γνώριμης κατάθλιψης σήκωσε την αυλαία της σημερινής μέρας η οποία δεν μπορώ να πω ότι με βρήκε στο κρεβάτι μου αλλά στον δρόμο, ''στα σοκάκια της Γλυφάδας'' όπως άρεσε να λέει  ένας παλιός μου φίλος. Σκεπτόμενος αρκετά και έχοντας αφήσει την κούραση να πάρει το πάνω χέρι απήλαυσα ένα ανιαρό ηλιοβασίλεμα στα πλαισια μιας γκριζούπολης που εξειδικεύτηκε ανα τους καιρούς να πνιγεί όνειρα και ενδότερες επιθυμίες, σε ολα τα μήκης και τα πλάτη ,στον βαλτό μιας εποχής μετρίων. Όμως αν και τα θέματα αυτά τείνουν να ταλανίζουν συχνά πυκνά το στενό μου κεφάλι, είναι το άρωμα μιας παλιάς πληγής που έφερνε με ρυθμικές κινήσεις το φλασκί που έκλεψα απο τον παππού μου στο στόμα μου. Και ανάμεσα στο ευχάριστο buzz που έτσι απλόχερα μου προσφέρει πάντα κάθε μορφής αλκοόλη, έπιασα τον εαυτό μου, εντελώς ακούσια να αναπολεί της παλιές καλές ημέρες... Τότε που είχα πάντα αυτούς που αγαπούσα, τότε που μου άρεσε να παίζω χωρίς να με νοιάζει αν θα φωνάζει η αγαπητή μου μητέρα για το μέλλον που με περιμένει ως καθαριστής στις τουαλέτες των ΜcDonald's , αφού θεωρούσα το σχολικό διάβασμα ως μια μορφή ανίατης ασθενείας από την οποία έτρεχα να κρυφτώ με κάθε δυνατό τρόπο. Αναπολούσα την κουβέντα και την ατελείωτη επαφή που δεν εκτίμησα, και διαφορά λόγια που τα έπνιξε  το σκοτάδι μέσα σε ενα αποπνικτικό δωμάτιο με το better half. Αντίκρισα την αντανάκλαση μου στο νερό και είδα ποσό είχα μεγαλώσει. Πως όπως φαντάζομαι θα προσθετέ ο πατέρας μου '' έγινες άντρας πια''. Μεγάλωσα εκπαιδεύτηκα, σφυρηλατήθηκα και μαζοποιήθηκα , και παρολαυτα είμαι ένας άντρας ανάμεσα σε άλλους άντρες και γυναίκες. Κι όμως, αν και δεν τις πρόλαβα, νοσταλγώ τις ημέρες εκείνες , αν υπήρξαν βεβαία, που τα ιδανικά  ήταν προτέρημα, η μπέσα αρετή και η ''μαγκιά'' δεν ήταν ένας αέναος συναγωνισμός ανάμεσα σε εφήβους που προσπαθούν να έχουν το παντελόνι όσο πιο χαμηλά γίνεται, μιλώντας μια γλώσσα που δεν θυμίζει αυτήν που έμαθα να χειρίζομαι και καθόλου δεν μοιάζει αυτήν που υμνησαν ανθρωποι που δεν κρίνω τον εαυτο μου άξιο να φέρει τον  τίτλο του ''ποιητή'', του ''συγγραφέα'' μπροστά τους. Έτσι με βρήκε ο ήλιος: εγώ να εξερευνώ την κοινωνία και το Jack Daniels να εξερεύνα τις φλέβες μου. Με αυτήν την γλυκεία συμφωνία είπα να εγκαταλείψω την τοξική πια παραλία της Γλυφάδας και να γλιστρήσω στο κρεβάτι μου ελπίζοντας στην γενναιοδωρία ενος Μορφέα και στην μέθη μιας μέρας που είχε περάσει. Κι όμως τα ματιά μου δεν έλεγαν να κλείσουν καθώς εικόνες πρόστυχες πετάγονταν μπροστά μου σαν σε κινηματογράφο και τάραζαν με τον τον δικό τους προσωπικό τρόπο τα λιμνάζοντα νερά που με τόσο κόπο είχα ηρεμήσει συνδυάζοντας την μυρωδιά μιας πρωινής ψαρίλας απο τα καΐκια στο λιμάνι και την αποπνικτική ατμόσφαιρα που κυριαρχούσε στο σφραγισμένο μου δωμάτιο. Γδυθηκα και έτσι όπως ήμουνα με το γενετήσιο αυτό κουστουμακι μου αγνοησα για λιγο το κινητο μου που χτυπουσε λιγο διπλά και θελησα να βυθιστω λιγο ακομα στον λογισμο μου αγγιζοντας λιγο πιο τολμηρα αυτήν την γλυκεια γευση καταθλιψης που προανέφερα με κινδυνο να γινω για αλλη μια φορά ανδρείκελο στα χεριά της πιο ακριβής πόρνης. Είδα ιδίοις όμμασι οτι η γνώση αυτή που είχα αποκομίσει εμπειρικά, σε σχέση με τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν στο εγγύς μέλλον ήταν αυτή που μου έδειχνε οτι τέρμα οι μικρές απολαύσεις, τέρμα το αλάτι της ζωής. Και ετσι παραδόθηκα εκεί που τόσην ώρα προσπαθούσα, με οτι μέσο εχω διδαχθεί , να αποφύγω. Δεν κοιμήθηκα συνέχισα να μουτζουρώνω το τετράδιο μου μεχρι που ταίριαξα της λέξεις και την ασυμμετρία εκείνη την ονόμασα τέχνη. Είναι βραδυ, νύχτα θα έλεγα, και ειναι ακόμα το ίδιο συναίσθημα που χορεύει άτσαλα μέσα στο στομάχι μου και τείνει να ταράσσει τα λιμνάζοντα εκείνα νερά. είναι ισως ο φοβος για εκεινα που γίνονται για μένα, χωρίς εμένα....

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 18 και σήμερα είδα οτι ίσως να μην μπορώ να νικήσω όλες τις μάχες...
 

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

The Pretty Little Spices...

Σε μια από αυτές τις νύχτες που ο ύπνος με απορρίπτει αποφάσισα να κάνω μια μικρή επίσκεψη στο μπαλκόνι μου και αθετώντας την υπόσχεση που σου έδωσα Ειρήνη, επιδίδομαι πάλι σε αλκοολούχα παρασκευάσματα με μοναδικό σκοπό να ανοίξω την πόρτα διάπλατα σε οποιαδήποτε μούσα  έρθει και  κινήσει αυτή το χέρι μου για μένα, όπως άλλωστε γίνονταν μέχρι τώρα . Δυστυχώς, την ονειροφάγα σιωπή δεν διέκοψε κανείς και μοναχός μου σαν ήμουν θέλησα με μια μικρή αναδρομή να δώσω νόημα σε αυτά που γράφω μιλώντας για αυτά που αξίζουν , τουλάχιστον όσον αφορά εμένα. Χωρίς βεβιασμένες κινήσεις λοιπόν , υπό τα μουσικά κρούσματα του Chris Martin και της παρέας του άρχισα να μονοπωλώ στο ψευτοκρύο αυτού του ''imitation'' Δεκέμβρη που απογοήτευσε όλους εμάς που περιμέναμε το κρύο να αράξει στην πόλη της Αθήνας. Και όμως το βασικό ελάττωμα μου να πλατιάζω πήρε πάλι πρωταγωνιστικό ρολό και ξέφυγα από αυτά που αξίζουν. Οι αγαπητοί γονείς μου, και ιδιαιτέρα ο πατερας μου, μου έδειχναν πάντα οτι δεν είναι οι λεξεις που μετρανε αλλά οι πράξεις. Το λυπηρό σε αυτό το ευγενές σενάριο είναι ότι οι πράξεις είναι και αυτές που πληγώνουν. και  τις πράξεις αυτές είναι που πρέπει να συγχωρούμε, ή όπως το έθεσε ο Alexander Pope, to err is human to forgive divine. Σε ελεύθερη μεταφραση ο ποιητης θελει να πει οτι το να κάνεις λάθη είναι χαρακτηριστικό που ανήκει σε εμάς, τους ανθρώπους, αλλά το να συγχωρείς ειναι μια πράξη θεού. Αυτό το ερώτημα τάραξε τον ύπνο μου και με οδήγησε σε αυτήν την ανίερη προεξοχή του δωματίου μου, να ατενίζω μάζες τσιμέντου με τα απομεινάρια χτεσινών μπουκαλιών σκεπτόμενος ότι ίσως κατί να λείπει, κάτι δεν εφαρμόζει σε αυτήν την παρακμάζουσα θεωρία που ονομάζω ''life style''. Και είναι αυτά τα μικρά ''κάτί'' που κάνουν την ζωή έτσι ανέγγιχτα μοναδική και τέλεια μέσα στο χάος της, ένα χάος εν τάξει. Για 'μένα αυτό το κάτι σκορπίζεται και ξανάρχεται ξανά σε μένα ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω. Και ας παραδεχτώ ,ότι όπως τόνισε και ένας φίλος μου ,ο λόγος που στραγγίζω μικρά κομμάτια από την ψύχη μου νύχτα παρά νύχτα είναι αυτό το μικρό χαμόγελο που θα σκάσει στα χείλη της όταν και αν διαβάσει ποτέ την εν λόγω σελίδα. αυτές οι μικρές μοναδικές στιγμές είναι το άλας της ζωής , που ακόμα και αν δεν είσαι παρών ,είναι η πιθανότητα τους που τόσο σε διεγείρει. Που σε φορτίζει με κουράγιο να κινηθείς σβέλτα όπως επιτάσουν οι ρυθμοί της σήμερον ημέρας.Ίσως να είναι καλό να παραδεχτώ ότι καθ'όλη την διάρκεια της ολιγόχρονης ζωής μου δεν βρήκα τόση ομορφιά σε κάτι απλό όπως μερικά χαρτιά κολλημένα στην αυλή μου ή μια ματιά μετά από μια άβολη σιωπή που σημαίνει μονό κατανόηση ή ακόμα και μια απλή μια ζωγραφιά.. Οι μικρές απολαύσεις που κρύβονται από εμάς τόσο επιδέξια που κάποιες φορές χάνουμε τον δρόμο μας για εκεί που βρίσκουμε το σπίτι...
Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 18 και σήμερα έμαθα να εκτιμώ...

Pilot

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν ξέρω γιατί γράφω εδώ. Θα μπορούσα κάλλιστα να είμαι στο γραφείο μου και να απολαμβάνω μια ισάξια ησυχία με τούτη εδώ, μονό πιο προσωπική. Κι όμως έκανα αυτό που κάθε ''συγγραφέας'' μοντέρνας εποχής που σέβεται τον εαυτό του κάνει. Δίνει λίγο από αυτό που έχει μέσα του και ελπίζει. Όχι τόσο σε ένα καλύτερο αύριο όσο σε ένα αύριο πιο διαφορετικό από το χτες του. αν θες δες το σαν απόπειρα να φωνάζεις μέσα στην νύχτα με μονό πλοηγό ελπίδες ότι κάποιος σε ακούει. Έτσι και εγω μικρός σαν είμαι και έχοντας τις πεποιθήσεις μου ελαφρώς ακέραιες φωνάζω με τον μονό τρόπο που έμαθα: σιωπηλά και με ένα μολύβι ανα χείρας. όσο για τον τίτλο ομολογώ πως δεν τον σκέφτηκα εγώ αλλά μάλλον τον ''υιοθέτησα'' χωρίς βεβαία να μην πιστεύω σε βάθος το ποσό αληθινές είναι αυτές οι λέξεις. Για τους μη-αγγλομαθής αναγνώστες ''God Hates Us All'' σημαίνει '' ο Θεός όλους μας μισεί''. Και δεν ξέρω αν είναι αλήθεια , ότι όντως μας μισεί ο Μπαμπάς, ούτε ξέρω αν υπάρχει. Αλλά τα δρώμενα , και η θρησκευτική μου παιδεία, μου δείχνουν  ότι αν υπάρχει , μάλλον είναι σε αδεία. Όμως αν  έχω κρατήσει κάτι άθικτο, αυτό είναι η αγάπη μου στο να ελπίζω. έτσι και 'γω ελπίζω ότι τα παιδιά μου δεν θα ζουν μέσα στο χάος που ζω εγώ και ονομάζω πατρίδα. έτσι λοιπόν με βρήκε το ξημέρωμα της 8ης Δεκεμβρίου, ''23 μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα'', όπως δηλώνει ασύστολα ο παππούλης στην τηλεόραση, να κάθομαι στον υπολογιστή μου με ένα φτηνιάρικο  Johny & Amaretto και μερικά παγάκια που διακόπτουν την άβολη σιωπή που επικρατεί μέσα στο σαλόνι-κουζίνα-κρεβατοκάμαρα-τραπεζαρία μου. Ήταν καλή ιδέα να μείνω εδώ αντί να πάω και να λάβω αυτήν την αλκοολούχα απόλαυση σε κάποιο μέρος έξω; Δυστυχώς δεν θα μάθουμε ποτέ μιας και αυτές οι μέρες, για την ακρίβεια 63 είναι μέρες απαράμιλλης μοναξιάς. και το εννοώ, χωρίς να κάνω χρήση της συγγραφικής μου '' αδείας''. Και ίσως και αυτός να είναι και ένας από τους κύριους λογούς που αποφάσισα να δραπετεύσω από αυτήν την τοξική μοναξιά με έναν ''κλισέ'' για την εποχή μας τρόπο, κάνοντας blogging μετά από την συμβουλή μιας πολύ καλής μου φίλης  που δυστυχώς οι περιστάσεις μου στέρησαν για λίγο. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής οι ακριβείς της λέξεις ήταν: ''μπορείς να κανείς κάτι που να βγαίνει χειμαρρώδης το συγγραφικό σου ταλέντο...''. και μετά από ένα ελαφρύ κοκκίνισμα είπα να ξεκινήσω και να αφήσω τον ''χειμαρρώδη'' αυτό ταλέντο να κατακλύσει, θεού θέλοντος, τις οθόνες ανθρώπων ξενών. με ευσεβείς πόθους ,λοιπόν, έφτασα στο τέλος ( για σήμερα).
Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 18 και ακόμα ελπίζω...