Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Blame it on my own sick pride

Έτσι κυλάνε οι μέρες ,λοιπόν. Mυρίζουν τις νιώθω να κινούνται ανάμεσα από τα δάχτυλα μου και μια καινούργια ράτσα βγαίνει από τα σωθικά , ξεσηκώνει το δέρμα και ακούω μέσα στα ενδότερα τις σκέψης μου το αλλού να με καλεί. Και είναι όπως παλιά , σου λέω ρε. Eτσι όπως τότε ένιωθα ντροπή για τα όσα κάνω για το ότι δεν νιώθεις περήφανος άλλα να σου πω κάτι; Μοναχοί μας μείναμε στην παράγκα να κοιτάμε από ψηλά την γη , μικροί ονειροβάτες της πιο ακραίας πραγματικότητας, Πενιχροί και ωραίοι. και έρχεται η καταιγίδα, με ταυτίζει στην βροχή της και ξυπνάω σιγά-σιγά  το νιώθω σου λέω να ανεβαίνει από την πλατή μου , αυτήν την φορά χωρίς μούσα χωρίς έμπνευση, όχι. Αυτήν την φόρα γύρισε για αίμα. Δεν ξέρω κατηγόρησε τους εθισμούς μου, κατηγόρησε ο,τι θες. Άλλα όταν έρχεται η νύχτα θυμάσαι πως είναι; να νιώθεις την σάρκα να κινητέ μονάχη της και την ψύχη δακρυσμένη να σε παραδίδει στο λογικό και ξαφνικά κάπου είσαι, κάπου βρίσκεσαι και τα πίνεις μετ' ωραίων παρουσιών έτσι για να γεμίσεις το βράδυ με κάτι πέρα από φωνές. Λες να την κάναμε καλά την δουλεία; Λες να μην είμαστε παράλογοι , άπλα φυσικοί; Από φύση και ορισμού ταραγμένοι στα βαθύτερα ύδατα; Λες; Λέω να πεις και να γυρίσεις, να αφήσεις τις μαλακίες ξέρω ότι εισαι κάπου μέσα στον νου μου και ότι καραδοκείς και περιμένεις δεν ξέρω και 'γω τι. Μάλλον είσαι πάντα εκεί και εγώ δεν σε βλέπω. Μαλλον είσαι στο κάθε τσιγάρο που ανάβει και στο κάθε τσιγάρο που σβήνει, μάλλον βλέπεις κάθε τι άλλα με αφήνεις να βρω το δρόμο μου. Ετσι δεν με έλεγες παντα, le petit garcon perdu? Τι να σου πω μπορεί και να είμαι. μπορεί και όχι. Το μονό που θυμάμαι πια είναι η μικρή σταγόνα χολής που χάνεται στην κόρη , νταν ανοίγει το μάτι και κοκκινίζει και ροδίζει και κλείνει από ηδονή σε κάποια γωνία μοναχός σαν είμαι. Ισως να τα βλέπεις όλα. Ίσως να είσαι εκεί και να κουνάς το κεφάλι, απογοητευμένος. Ίσως να μην φοβάσαι γιατί είχες πάντα την απάντηση σαν κομπολόι ανάμεσα στα δάχτυλα σου. Ίσως τίποτα ίσως και όλα. Και 'γω πλέω. Έτσι δείχνω την αγάπη μου και συνεχίζω την κληρονομία σου στους δρόμους στην πόλη στην κάμαρα και ανάμεσα στους κροτάφους μου. Πυκνή και νοσηρή η κατάσταση μας , στο λέω  στο λέω κανε κάτι γιατί νιώθω την  νέα ράτσα να βγαίνει από μέσα μου. Νιώθω τα δόντια μου κοφτερά, τα νύχια μου γαμψά και με τα ματιά ρόδινα και θολωμένα είμαι μονός μου ακροβάτης.
και ακροβατώ, παραπατώ και σκοντάφτω και ταλανίζομαι γύρω από το σχοινί μα δεν με βλέπω να πέφτω ακόμα.


Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 20 και connection lost.

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

If you ever really wanna get lost, then follow me

Και να φανταστείς ότι νόμιζα πως είχα χάσει την δύναμη, ότι η πνοή είχε φύγει και ότι η πένα καλά την άραζε μέσα στο συρτάρι δίπλα στο απαγορευμένο κουτί που κρυβόταν το εγώ. Και σαν φευγαλέα εικόνα έμεινα μοναχός και δεν έχασες χρόνο  ξεπετάχτηκες από το κουτί, με τα δόντια σου κοφτερά όσο τότε. Λες και δεν πέρασε μια μέρα λες και δεν αλλάξαν οι παραστάσεις λες και μείναμε εκεί. λες και ο χρόνος σταμάτησε  έτσι μόνο για να μας κοιτά.Και ξαφνικά βρέθηκα μέσα σε όνειρο να περπατώ έξω από το σπίτι που ζούσα μαζί της. Που ξυπνούσα διπλά της και κοιμόμουνα αγκαλιά της, μα ήταν  αδειανό από μας , από όλα αυτά που κουβαλάγαμε, από τα πάντα. Άπλα μπήκα από την ανοιχτή εξώπορτα και προχώρησα ατενίζοντας ένα ένα όλα τα δωμάτια και κοιτάζοντας πόσο σε αγάπησα σε κάθε ένα ξεχωριστά. Στο τέλος του διαδρόμου ,εκεί που σε κοίμιζα αγκαλιά μου δεν είχε τίποτα, ούτε κλίνη ,ούτε αγάπη ,ούτε στοργή. Κενό, με μοναδική εξαίρεση  έναν καθρέπτη που ξέμεινε εκεί να αντικατοπτρίζει όλα εκείνα που έγιναν εκεί. το πόσες φορές σου είπα σ'αγαπώ μπροστά του και πόσες φορές με έπιασα να ξυπνάω γελαστός. Όταν τον κοίταξα δεν είδα το είδωλο μου όμως. Είδα εκείνον να με κοιτά μέσα από το ασημί. Δεν μίλαγε απλά κοιτούσε ζοφερός όπως τότε και τρομακτικός αρκετά για να με κάνει να γονατίσω. ''Με θυμάσε;'' μου είπε. στην αρχή αρνήθηκα και αρνιόμουν να του απαντήσω, μέχρι που η ερώτηση άλλαξε: ''Πώς με λένε;''. και τότε βρήκα ανάμεσα στα τρεμάμενα χείλη μου την δύναμη να απαντήσω : ''Το ξέρω το όνομα σου, στοιχειό σε αυτό ακούω και'γω!''. Τότε μου χαμογέλασε και συνέχισε να μιλά: ''ποσο πίστευες ότι θα κράταγε,ε; Πεντε μήνες, δέκα μήνες ένα  χρόνο; Μετά πάλι στην δικιά μου αγκαλιά θα γυρνάς και εμένα θα θυμάσε σαν τον σκοτεινό σου πατέρα, αδερφό και γιο. Εγώ ήμουνα πάντα εκεί, αυτή που ήταν; Πού ήταν όταν σου χτύπαγα το τζαμί και βραδύ πριν κοιμηθείς; Ναι, τότε που άρπαζες το κινητό να της πεις ότι την αγαπάς. και νόμιζες ότι αυτό  θα σε σώσει ε; Νόμιζες  ότι  λίγες λέξεις θα'ταν ότι χρειάζεσαι για να με κλειδώσεις πίσω στο κλουβί μου, σωστά; ότι εγώ θα υπακούσω σε σένα και ότι μια μέρα θα είσαι ελεύθερος να γίνεις και εσύ άνθρωπος. Ότι  κάποτε θα την αγκαλιάζεις χωρίς να φοβάσαι ότι θα την πληγώσεις και ότι θα πληγωθείς. Ότι θα την κοιτάς χωρίς να ντρέπεσαι για αυτο που είσαι. 'Ομως δεν μπόρεσες να την κρατήσεις, ούτε να την κοιτάξεις, ούτε να την αγκαλιάσεις.'' Σχεδόν σπασμένος σαν ήμουν και ζαλισμένος ελαφρώς μέσα στην στροφή την βίαιη του δωματίου σήκωσα δειλά το κεφάλι μου και τον κοίταξα λες και την είχα πλάι μου, γεμάτος δύναμη και με σχεδόν σταθερή φωνή του απάντησα: ''Δεν έχει τελειώσει ακόμα, αυτήν την φόρα θα μείνεις εκεί πίσω από το ασήμι , πίσω και μακρυά από μένα ,σαν σκιά θα σε εξοντώσω και με τα αρώματα της θα σε βγάλω από την ψυχή! θα σηκωθώ με το δικό της χαμόγελο και θα σε πατάξω! Με την δικιά της πνοή θα σε ξορκίσω! Και το δικό της χέρι θα σε ξεριζώσει από μέσα μου σαν ασθένεια που βρίσκει τη γιατρειά της θα χαθείς πίσω σε όποια γωνιά του μυαλού μου γεννήθηκες, και γω θα ξαναγίνω άνθρωπος!'' Μα πριν τελειώσω την πρόταση πετάχτηκε από τον καθρέφτη σκορπώντας τον παντού και σε μια έκρηξη βιας με έπιασε από τον λαιμό και μεγαλύτερος σαν ήταν από μένα με  σήκωσε τόσο που τα πόδια μου δεν άγγιζαν το πάτωμα. Κοίταξε το μελανιασμένο μου πρόσωπο, και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων ούρλιαξε με μια φωνή κολασμένη και σκοτεινή όσο βαριά:''ΞΥΠΝΑ ΜΑΛΑΚΑ ΕΦΥΓΕ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΣΕΝΑ''! Θα σε φάω θα σε μασήσω και τα κόκαλα σου θα φτυσω να τα κάψει το φως της μέρας που ποτέ δεν είδες. Θα σε ξεγυμνώσω και θα σε πετάξω στα σκυλιά! Σκόνη θα σε κάνω και θα σε αφήσω πάνω της, εκεί να βλέπεις την ευτυχία της και εσύ να πονάς που δεν είναι η μισή δική σου. Kαι όταν νομίζεις οτι θα τελειώσει θα σου δείχνω όλα όσα έζησες μαζί της, όλα όσα έχασες εξαιτίας μου!''. Προσπάθησα να παλέψω, αλήθεια, καθώς  ένιωθα την ζωή να γλιστρά σιγά σιγά από μέσα μου και να χύνεται στο πάτωμα που κοιμόμασταν κάποτε. Σε μια προσπάθεια να ξεφύγω άρχισα να τινάζομαι και άνοιξα το στόμα, κοίταξα ψηλά και για 2 δευτερόλεπτα ήμουνα ξύπνιος και όρθιος μέχρι που ένιωσα το χέρι του να με τραβά πίσω στο όνειρο. Άρχισε να σφίγγει την θηλιά που είχε κάνει με τα χέρια του και με χλεύασε λέγοντας:''ειναι το μαχαίρι που σε πονά ή η πλοκή;''. Τότε σταμάτησα να τινάζομαι και πέταξε το τσακισμένο μου κορμί μακρυά. Και ξαφνικά, έτσι για λίγο, νόμισα ότι σε είδα. Σε είδα πεσμένος κάτω, σπασμένος και σχεδόν νεκρός. Και σου χαμογέλασα  σηκώνοντας το χέρι μου για να βρει το δικό σου. Μα μπήκε εκείνος μπροστά και μου είπε:'' Δεν είναι εδώ, αλλά τι να έκανα, αν φύτευα λίγη ελπίδα μέσα σου τότε θα ειχα  κάτι να τσακίσω. και κούνησε το χέρι του και έσπασες σαν καπνός. ;Άρχισε  τότε να με γροθοκοπαει και να σκάβει το στερνό μου με τα χεριά του λες και ήθελε πάλι να μπει μέσα. Έπεσε το κεφαλι μου και είδε στην πόρτα της κουζίνας τον μικρο μου εαυτό δεν θα ήμουν πάνω από 5 χρονών, να κλαίει και να φοβάται. Επειτα, με σήκωσε, με πέταξε αλλού και ήρθε από πάνω μου να συνεχίσει το βάρβαρο έργο του. Και τότε σε ξαναείδα να μου γυρνάς την πλάτη και να φεύγεις. Μονό τότε δάκρυσα. Όταν πια βαρέθηκε έκατσε στην γωνιά να κάνει ένα τσιγάρο να ξεκουραστεί. Έγω  ακόμα ήμουνα μισοπεθαμένος και αιμόφυρτος στο πάτωμα όταν τον άκουσα μέσα από την θολούρα μου να μου μιλά. ''Φσιτ ε, μ'ακους; Πώς με λένε;'' με ρώτησε.  Του απάντησα τραυλίζοντας όπως και πριν. και όταν πήρε την απάντηση του με ξαναρώτησε:''και τι είμαι;''. Τότε  γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη και ξέσπασα σε λυγμούς. και αφού δεν άκουγε την απάντηση μου φώναξε από την γωνιά του:'' ΤΙ ΕΙΜΑΙ;''. Λύγισα όμως αυτήν την φορά,  έσπασα και του απαντησα'': Το σκοτάδι μου.'' .''Ετσιι'', είπε γελώντας με ικανοποίηση και αφήνοντας τον καπνό να φύγει από το στόμα. Και τότε έχασα τις αισθήσεις μου και ξύπνησα στο κρεβάτι μου, με το σώμα μου ακαιρεο και όλες τις μνήμες εκεί στου μυαλού μου τα απόρθητα

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 20 και επέστρεψα

.