Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

In the land of the lotus eaters

     Πώς το λένε εκείνο το συναίσθημα , όταν είσαι λίγο αποσβολωμένος και λίγο χαμένος λίγο dazed and confused, όταν είσαι λίγο βουρκωμένος και λίγο ανακουφισμένος. Σαν να έφυγε από πάνω σου ένα βάρος όταν ξαναβρεθηκατε. Σαν να γέλαγες όλον αυτόν καιρό και να μην ήξερες γιατί, αλλά τώρα ξαφνικά έχουν όλα νόημα. Όταν θυμάσαι όλα τα σ' αγαπώ ,όλες τις υποσχέσεις στα σκοτεινά ,όλα τα αγγίγματα και όλες τις στιγμές που ένιωσες ότι ανήκεις. Όταν η θολούρα σου πήρε το χέρι και σε τράβηξε τόσο μακρυά. Και γύρω από ένα τσιγάρο περιστρέφεις την ύπαρξη σου,γιατί σου έμαθε να στρίβεις.
    Πώς το λένε αυτό; Νοσταλγία; Όχι ακριβώς, δεν είναι ότι σταμάτησες ποτέ να την κουβαλάς μέσα σου. Δεν είναι ότι έφυγε ποτέ. Σίγουρα κάποιες φορές θα ευχόσουν να ήταν εκεί όταν θα περιπλανιόσουν στον κόσμο ατίθασος και ελεύθερος. Αλλά ξέρεις ότι δεν θα ήταν το ίδιο. Δεν θα είχες αυτό το κενό να γεμίσεις. Θα ήταν σπίτι πάλι. Θα ήσουν σπίτι πάλι. δεν θα είχε σημασία το τι και το που. Μόνο αυτό. Μόνο Εμείς.
  Πώς ο λένε αυτό το συναίσθημα, που σου λείπουν όλα κάτι στιγμές τόσο δυνατά και ψιλοβουρκώνεις αλλά δεν κλαις. Και δεν ξέρεις γιατί. Αυτό ρε παιδί μου που όταν παίζουν το τραγούδι σας σκέφτεσαι ποσό απύθμενα όμορφο θα ήταν αν ήταν εδώ. Γιατί ξέρει τι σημαίνει για σένα αυτό το τραγούδι. Σε ολόκληρο το σύμπαν σε όλη την δημιουργία σε ότι υπάρχει σε όλες τις εποχές μόνο αυτή θα ήξερε τι σημαίνει για σένα αυτό το τραγούδι. Μόνο αυτή να σε βλέπει μέσα στο αχανές του σύμπαντος.
    Πως το λένε αυτό που όταν ψιλοκοιμάσαι κάτι φορές ενώ ξέρεις ότι είναι τόσο μακρυά και σε απόσταση και σε ζωή , ακόμα κάτι φορές κάνεις να την πάρεις αγκαλιά σαν να είναι δίπλα σου, σαν να μην έφυγε πότε. σαν να μην έπρεπε να φύγει ποτέ. Λες και άπλα ανήκει εκεί , λες και δεν θα μπορούσε να είναι πουθενά αλλού γιατί δεν θα ήταν σωστό.
    Ξέρεις ποιο λέω, αυτό που κάτι φορές σου μιλάει για την δουλεία της και για την ζωή της και εσύ απλά την φαντάζεσαι να είναι εκεί όταν γυρνάς σπίτι, με τα μαλλιά της πιασμένα περίεργα φορώντας τα γυαλιά της,διαβάζοντας στον καναπέ κάτι. Όταν ξέρεις ότι είσαι σπίτι γιατί είναι εκεί. Γιατί αυτή είναι το σπίτι. Γιατί τα πάντα μυρίζουν σαν εκείνη. Και τότε δεν έχουν και πολλά πράγματα σημάτια, ούτε όλα αυτά που τράβηξες ούτε αυτά που θα τραβήξεις. Μόνο αυτό. Μόνο Εμεις.

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 22 και ακόμα δεν θυμάμαι πως το λένε.