Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Summer Rose (Part 3)

Περασε καιρος πολυς με μεγαλοπρεπεις συζητησεις καταστασεις μπλεγμενες και μια ιστορια να τρεμει στην σελιδα, να περιμενει να γραφτει να αναζητα και αυτη τον ορισμο της. Ηρεμοι καιροι, καιροι καινουργιοι ηρθανε και κουβαλουσαν τα αρωματα της, αρωματα απο ονειρα ξενα που απο το πλαι της ζωης εμαθα να ασπαζομαι την μοναδικοτητα της παρουσιας της. δεν ηταν εκει, δεν ηταν κοντα μου. μεε προσεχε ομωςκαι φροντιζε να μου γελαει. μεσα απο εκεινο το χαμογελο ομως εγω σταματαγα να νιωθω ατελης. και μας πηραν τα χρονια στου νου μου την σφαιρα να μιλαμε και να μιλαμε, συζητησεις οντως μεγαλοπρεπεις, πνευματα που φορτιζουν την ατμοσφαιρα με ηλεκτρισμο. Και οταν ερχονταν η ωρα να φυγει σκοτινιαζε ο καθρεπτης και μικρος σαν ξεμενα πισω, σε καποιο βιβλιο θα εκρυβα την ντροπη μου καθε φορα που ο χρονος εκλεινε το φως στην γαληνη του κρεβατιου μου. Σαν αναξιος Baudelaire στο ασπρομαυρο της μοναξιας μου τυλιξα τον ποθο μου, και σε ξενη μουσα εδωσα την πενα μου τον παρον για μενα αυτη να γραφει. Ποσο ομως πεθυμησα τα αρωματα και τις αλχημειες, την διασπαρτη ηδονη που φορτιζε τα ματια μου με συναισθημα και αναγκη για περισοτερο, ο γλυκος εθισμος στην παρουσια της. ακομα ακουω τισ σταγονες που ηρθαν να τρομαξουν τους βαρβαρους απο τα σωθικα μου μα εγω εκει ημουν ταγμενος σε μια αληθεια που δεν γνωριζω, μια αληθεια που δεν ακουει στο ονομα μου, μια αληθεια κατα το ημισυ δικη μου και κατα το ημισυ του ουρανο. Γιατι αυτος ξερει. γνωριζει την γευση των χεριων της, γνωρισε την αλμυρα του κορμιου της.
Τι ζητω λοιπον απο εκεινους που φτιαχνουν την βροχη;
Να 'ρθω σε επαφη με τους ζωντανους...


Εν εξελιξη...

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Summer Rose (Part 2)

   Δωστε προσοχη παρακαλω, πωλειται μοιρα δεκτες και οι ανταλλαγες! Καποιες φορες στην απογνωση ετρεχα οπως και τοτε να πρακαλω τα διαμονια να με παρασυρει καποιος διαβολος στην δικη του ερημο και τους δικουσ του πειρασμους να δεχτω μεσα απο τα θολα βλεμματα και τους καπνους απο τους τοπικους ναργιλεδες. Μιας και προσφορα δεν υπηρξε καμια γυρισα πισω στισ σκιες που τοσο σπιτι μου θυμιζουν, οι θορυβοι τους, οι μυρωδιες τους, οι υφες τους. Αγυρτης γλυκος λοιπον εμφανιστηκε εμπρος μου, ακροβατης της πιο ακραιας πραγματικοτητας, να φερει τα γνωστα ακουσματα απο ερωτες και λοιπα γλαφυρα συναισθηματα. Ηταν σαν πρωτα , η τακτικη επισκεπτης μου συστηθηκε και χαθηκαμε στις κουβεντες  30 φορες. Και σαν μουσα πορνη δεκτικη συρθηκε στο κρεβατι για να λανσαρει την πραματια της: γλυκειες παραισθησεις με μια ιδεα ηδονης. ετσι και εγω, σαν αγοραστης αδυναμος και τακτικος ξοδεψα οτι δυναμη ειχα γλυτωσει απο την ναρκη και την αισθηση μιας θειας ευφοριας για να κρατησω μνημες, μνημες που αργοτερα αγαπησα σαν παιδια μου.Ξαπλωσε λοιπον και η νυχτα για εμενα επερνε τισ αποφασεις. Στο αυτι μου εσκυψε και μου ψιθυρησε τον λογο της για να τον σφραγισω σε ασημενι κουτι.Ασωτος και ανεπιστρεπτι χαθηκα στην διαστολη της κορης και ασπαστηκα το καλεσμα, μια επιθυμια εσωτερικη που με καλουσε να ασελγησω στην ηθικη μου. Μου ειπε να σωπασω...
''της ηδονης την ωρα κανενας δεν μιλαει..."



   Μαινεται...


Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Summer Rose (Part 1)

Στα 18 μου καλοκαιρια ατενισα για πρωτη φορα ανεπαφος και απερισπαστος. Ατενισα τους ωκεανους και μεσα στον θορυβο και τις τοπικες βοες βρηκα μια ησυχια, μια σιωπη που τοσο ποθουσα. Ενα λιμναζων κλιμα που ταραξε εκεινη  σαν γλυκεια παραισθηση απο χημειες αμαρτωλες χτενισε την  ψυχη μου σε βλεμμα. Πλησιασε και συστηθηκε με ονομα σαν τριανταφυλλο. Και 30 φορες χαθηκαμε στισ γνωριμιες. Καπως μονοπλευρα δε. Eκεινη απλως σωπασε και βουτηξε τα ποδια της στην θαλασσα και αφησε το νερο να γινει ο δικος της ερωτας ,το δικο της κριμα που αν ακομα αφουγκραστω την σιωπη μου θα το ακουσω να ταξιδευει στο παιδικο της σωμα. Ετσι και γω ασπαστηκα τους ωκαεανους και συνοδευσα την παρουσια της στα αδυτα προσποιουμενος οτι κι ομως, θα περασει, θα μαθει η αναγκη να κατευναζεται και να ηρεμουν τα στοιχεια στο ακουσμα της, θα σβηνει η ψυχη και θα ξεθολωνει το ματι απο ολα αυτα που κατοχικα και τυρρανικα εχουν επιβληθει στο ανημπορο παιδι που κατοικει αναμεσα στουσ κροταφους μου. Ετσι αφεθηκα στο ασπρομαυρο της μερας. Την αφησα να μπει στο σκοταδι που ειχα αμπαρωσει μεσα στην καρδια μου και να γλυστρησει οπως μονο εκεινη μπορουσε στο απυθμενο της κενοτητας που μεχρι τοτε θυμιζε το βαρελι που απεγνωσμενα ψαχνει να βρει τον πατο του. Ηταν οντως μαγνητικη. Ισως και για αυτο να αρχισαν να δακρυζουν οι ουρανοι, πανω στην αλμυρα των χεριων της. Αν ειχα ψυχη τοτε θα δακρυζα και γω για να ειμαι ειλικρινης.Ετσι εμαθα να ζηλευω και φθονω τους μοναρχες της βροχης, γιατι εκεινοι δεν γνωριζουν απο αλυσιδες δεσμα και ερωτες. Περασαν λοιπον οι μερες μαζευτηκαν σαν τα φυλλα του χρονου αγγιζοντας το προσωπο μου με το στιγμα που εκεινες γνωριζουν, στιγμα τσουχτερο με αρωματα και γευσεις αλκοολουχες που τρεχουν γυρω μου ανιερες και παδικες, εφηβικες μνημες που ξεχαστηκαν και μειναν μοναχες. Περνουσαν και περνουσαν και κλεισμενες στην μνημη εμειναν οι μερες σαν να πλανιουνται απο τα ματια μου μπροστα ξανα και ξανα σαν κοσμικες στιγμες ομορφες και αγαπητες, χωρις εκφρασεις ομως περριτες, και εμαθα μεσα απο το γυαλινο θηριο της σκεψης μου να ερωτευομαι τον χρονο. Σφραγισμενος στο δωματιο μου, ακουγοταν οι ψιθυροι μεσα απο το κεφαλι μου σαν ταινια που τραυλιζει το ονομα της στην σαλεμενη μου ακοη :Τριανταφυλλο...Και αγνωμονας σαν γεννηθηκα απτραβηχτηκα , αποξενωθηκα και κρυφτηκα απο ανθρωπους. Στην ευωδια της σκονης συρθηκαν τα χτυπηματα στην μικρη και απαστραπτουσα ψυχη και βρεθηκα σε ξενα μονοπατια να νιωθω μια ελξη ξενικη να με ελκυει προς την υλη...

to be continued....

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Finished with my woman 'cause she couldn't help me with my mind...

Καθε φορα που επισκεπτομαι τον εν λόγω ιστότοπο, νιωθω μια στυγερη ανατριχιλα να ανεβαινει στην σπονδυλικη μου στηλη, ενα δεος με ονομα και ουσια που κατ'εφημησμον λεγεται τεχνη. Εγω το αποκαλω οξυγονο, μια μικρη ανασα ευδαιμονιας που συνηθως διαρκεί κανα μισαωρο , οσο κανει δηλαδή μια αναρτηση να γεννηθει, να αποκοπεί και στην συνεχεια να ακολουθησει την δικη της προσωπικη πορεια, το παιδι που αγαπω μεχρι να γεννηθει και αμεσως  μετα εμβαθεινει την αδιαφορία που νιωθω τοσο για αυτο οσο για τα αδελφια του. Μια νοσηρη κατασταση που ο καθε φιλοτεχνος ονομαζει τοκετο, δημιουργια.Εγώ του δινω ομως ονομα ξενο μιας και κοιτω να απαλύνω και ετσι για λιγο να γεμισω την τρυπα , το εκ γενετης κενο που κυριαρχει στο στηθος, και εκ μεσου κάποιας φαυλης δημιουργιας να αναγενηθω απο σταχτες που δεν ειναι δικες μου.Νοσηρες καταστασεις που ουρλιαζουν αναμεσα στους κροταφους μου και ζητουν μια προσοχη απαραμιλη. Ξερω γαματο ε; Και χωρις αλλες υπεκφυγές ειμαι μονός πανω στην σκηνη, ο ψυχαγωγος σας για απόψε αγαπητέ αναγνώστη.Κινω τα νηματα των δικων μου χεριων και παιζω τον ρολο μου στο ασυνθετο τουτο χαος που λεγεται ζωη. Κωνσταντινος εκ σχεδιασμου, μια σκοτεινα ονειρευομενη μαζα που κινητε αναμεσα στις λεξεις και αποσκοπει στην ησηχα του σπιτιου. Αν και αυτο δεν με αναγνωριζει εγω το ζητω και μονο για εκεινο γραφω και μιλω.Ενα σπιτι με γευση αρωμα και αισθηματα. Το δικο μου σπιτι. Και ετσι γυρνω, γυρω γυρω τριβελιζω την αναγκη οπως με τριβελιζει και εκεινη και σαν πυρετος νωχελικος μου στερει το δεος μου για  ζωη και στολιζει με μια χαρακτηριστικη απαθεια το προσωπο,μου δενει μια πενα στο χερι και σηκωνει καθετα το μπουκαλι για εμενα. Η πολυποθητη κυρια που αγαπω και με επισκεπτεται καθε βραδυ στις 00:24. Τακτικη και αναιδης εισβαλει παλι στον λογισμο μου και ασελγει στην ηθικη που κρυβεται μεσα μου , με ανυψωνει και με δενει στην μαγεια της, στον θορυβο της φωνης μου κρυβει τα λογια της και με αφηνει μοναχο οποτε την χρειαστω, μια συζυγος που δεν μου ειναι πιστη την μοιραζομαι και κοιτω τον εαυτο μου να την κλεβει απο μενα... Κοσμικες στιγμες που ομορφα χανονται...

Με λενε Κωνσταντινο, ειμαι 18 και επισης ειμαι ηλιθιος και μεταδοτικος...

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Tie around me like a silver knot...



Ας σηκώσουμε λοιπόν κούπες και ποτήρια σε ότι μένει ακίνητο, σε ότι αλτρουιστικά αναμένει τους αγέρηδες κάθε εποχής, είτε αυτό ακούει στο όνομα ενός ποιοτικού λαϊκισμού είτε σε μια αξία που χάνεται κάθε ώρα και λεπτό που ρυθμικά πνίγεται στα ρολόγια μας. Γιατί ίσως να ειναι Μόνo αυτό που αξίζει εν τέλει, ίσως τελικά να αξίζει μονο ο φιογκος που εμεινε μοναχος και δεν ελυσε τον ορισμο του για μια σαπια κοινωνια που τον ηθελε χυμα και ατσαλο στουσ καιρουσ. θελησε να τσαλακωθει, να ααποστασιοποηθει αλλα δεν θελησε να λυθει και να γινει το επομενο κυματακι στην παραλια του super paradise. Γιατι ισως να ειναι τουτοι οι καιροι που το αλλιωτικο και τ'απ'αλλου φερμενο ( οπως ειπε και αλλωστε ο Ελυτης) ειναι κατι για το οποιο ο κοσμος δεn ειναι ετοιμος. Και γiα τι ειναι ετοιμος πια αυτη η ταλαιπωρη κοινωνια; μιας και τσαλαβουτησαμε στην εξελιξη και στην προοδο ισοπεδωσαμε τους παντες, και μειναμε εμεις οι λιγοι, οι λιγοστοι , να φερνουμε γυρω γυρω τα κορμια μας σαν σε ταινια τυπο ζομπι, χολυγουντιανη και κακογουστη. αλλα ολα αυτα ειναι περιττα, ειναι περριτες οι κραυγες και τα συνθηματα, λες και ο κοσμος θα ακολουθησει μια καρικατουρα σαν και μενα τοσο απλη και τοσο γραφικη οσο και ο stickman που ελοχευει πισω απο τις κουρτινες nο4 και μουτζουρωνει τις σκεψεις του απανω σε ενα παλιο μπλοκακι που καποτε και αυτο με την σειρα του θα ξεχαστει στην θαλπωρη της αγνοιας που με τα μουτρα εχουμε πεσει... αγάπαμε για να μαγαπας, και οχι γιατι το αξιζω, ετσι;

Με λενε Κωνσταντινο ,ειμαι 18 και μαρεσει να δενω φιογκους...

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Rain blown away...

Ποιοι να ειναι αυτοι που μισουν την βροχη; Αυτοι που πνιγουν τις ελπιδες τουσ για ευδαιμονια στην βαρετη και καθιερωμενη πια εμφανηση του ηλιου; Ποτε δεν μου αρεσε το πρωι. Παντα ειχα πραγματα να κανω μικρα βαριδια που με τραβουν , με γειωνουν και με αναγκαζουν να αφαιρουμε και να ειμαι φαινομενικα χαζος στα αδαη βλεμματα που περα απο βλακεια και εξυπναδα βρισκουν τα ανεξερενητα γκριζα υδατα των συμπλεγματικων συμπεριφορων που τοσο αγαπω. Σημερα ομως βρεχει, δακρυζει ο ουρανος, και ξεπλενει καπως πιο δυνατα , ολα τα χαμογελα που μου εχουν ξεμεινει. Απο μικρος εβρισκα τον λογισμο μου στην βροχη, στις ατσαλες και πανομοιτυπες σταγονες που βρικσουν το νοημα τους πληγωνοντας την γη , ετσι οπως μονο αυτες ξερουν , ρομαντικα και τελεια. μια τελειωση τοσο καθημερινη και συνιθησμενη στα ματια μας που το ερωτικο στοιχειο που την διαπωτιζει ειναι μπαναλ και κλισε. Ολως τυχαια ομως μαρεσουν και τα κλισε. Δεν ειναι τοσο η κοντρα που μου αρεσει απενταντι στο αλλοιωτικο και τ'απ'αλλου φερμενο οσο το συναισθημα οτι  γινομαι ενα μοναχο εμποδιο αναμεσα στην γη και τα στοιχεια. Προσθετω ανωριμες και παιδκες ερμηνειες στην υπαρξη μου για να μπορεσω να την διατηρησω. Τα ψεματα οι βομολοχιες , οι λεξεις , αχ οι λεξεις, χαρά,αγάπη,πίστη,ιδανικό!Λέξεις χορεύουν όπου σταθώ,που ξέρω,που περιμένω,που απορώ.Λέξεις είναι όλα και μήπως λέξη δεν είμαι και εγω;
Με λενε Κωνσταντινο, ειμαι 18 και δηλωνω λατρης του υγρου καταθλιπτικου στοιχειου.

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Uninvited

Σε μια ανατριχίλα που ταλανίζεται στα μάτια μου περνάνε οι μέρες. Σαν βίαιο, βάρβαρο μπαλέτο που σιωπηρά κρύβετε σε σκιές που δεν έχουν όνομα, δεν ακούν σε καμία προσταγή και δεν γνωρίζουν καμία υποταγή σε φάσμα ανθρωπινό σαν μια ανάγκη που αντηχεί στα κόκαλα μου και ψιθυριστά μου απαγγέλλει τις δικές της προσταγές, μου επιβάλλεται και νωχελικά με τέρπει, ανιαρή και ακάλεστη, με κρύβει στο  σεντόνι της σκοτεινά ονειρευόμενος και με απορία στην διάθλαση να ψάχνω όποιον λογισμό μου έχει ξεμένει. Την νιώθω πάλι να τυλίγει τα παιδικά της χέρια γύρω μου, να με καλεί σε ένα υγρό κουτί ,να αφεθώ στην φρίκη της ομορφιάς της: μιας ομορφιάς τόσο διττής, άψυχης, ανίερης που βυθίζει στον άτσαλο, βιρτουοζικο χορό της μια αίσθηση τόσο εθιστική που τσούζει τα μάτια μου και αγγίζει ερωτικά σχεδόν τις πιο βαθιές πτυχές μου, και από εκεί με κρατά, το έμβλημα μιας σκοτεινής επιθυμίας που γύρω γύρω γυρνά στην σκέψη μου σαν να ψάχνει τον ορισμό της τριγυρίζει, μια συνάφεια που αρνούμαι να της δώσω ύλη και αξία γιατί την φοβάμαι. και στην σκέψη μου μοναχά αφήνω τέτοιου είδους συζητήσεις, εσωτερικές, ενδοτερες, σκέψεις που στο μισοκοιμισμενο μου κεφαλι τραυλιζουν την αναγκη μου για μια ταυτοτητα, για εναν δικο μου ορισμό , για μια δική μου συναφεια. Ποιος ειμαι, τι ειμαι και που παω; Δεν ξερω. Δεν ξερω ακομα.Εελπίζω. Και ανοιγω διαπλατα τις πορτες σε αυτο, το τερας που κρυβεται στην ντουλαπα και δειλος σαν ειμαι, σιωπω και αποκοπτομαι οταν ειναι κοντα. Δεν βγαζω μιλια. αφήνω τον λυκο μου να τραφει απο την ψυχη μου και αντι για αγχομενος παρατηρω γοητευμενος το μεσα μου να βγαινει στην επιφανεια, μια κρυμενη ηδονη που κυλα απο τα χερια μου ετσι οπως γινονταν καποτε. Ετσι οπως θα γινεται μολις παρω μια σφιχτη αγκαλια το τερας που κρυβεται και κατοικει στην τσεπη μου και τρεμαμενος αποδεχτω το πενιχρο που συνεπαγεται με το πετσι μου, το πετσι που τοσο με περιοριζει, καθε μερα και πιο πολυ.
Με λενε κωνσταντινο, ειμαι 18 και μ'αρεσει να δαγκωνω...