Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Well I feel like she's talking in a language I don't speak...

Και πάλι εδώ, λες και δεν φύγαμε ποτέ. Eσύ εκεί , να μιλάς και εγώ να πνίγομαι στις λέξεις, σαν παιδί να προσπαθώ να αγγίξω την απουσία και μέσα από κάποια φειδωλή ανάμνηση να συνθέσω κάτι. Και κομπιάζω,λες και δεν μπορώ να γράψω λες και δεν έμαθα ποτέ.Άλλα έτσι δεν ήμασταν πάντα; Εγώ να προκαλώ την ομιλία σου και εσύ να με βλέπεις να τυλίγομαι στις φλόγες και έπειτα να αναβλύζω από τις στάχτες μου αφήνοντας πίσω το παλιό μου δέρμα. Αέναη η χημεία που καταντά εκρηκτική,σχεδόν εθιστική μα πάνω απ' όλα βαθιά ριζωμένη στου στέρνου τα απάτητα. Δεν μιλάς ε; Σαν πως μίλαγες ποτέ; Πάντα εγώ μίλαγα, εσύ απλώς κοίταζες, με γονάτιζες και έπειτα με παρατηρούσες αμέτοχη να περιστρέφομαι , να ξεκολλά η ανθρωπιά από το δέρμα και να καταλήγω στην μορφή που προορίστηκε για μένα, κοφτερή σαν λεπίδι και σκοτεινή σαν έρωτας ανεκπλήρωτος, τακτικός παρατηρητης των πάρε-δώσε σου με τους άλλους. Δεν είναι αληθινό αυτό, δεν είναι η θέρμη του σώματος μου αυτή. Γιατί έγινα έτσι ψυχρός, σαν να τρέμει το είδωλο μου κάθε φορά που με παρατηρώ σε κάποιον καθρέπτη; Άλλα έτσι με έμαθες να ζω. Εσύ να μου ψιθυρίζεις ανάμεσα από τις σκιές, είσαι δεν είσαι εκεί, και εγώ να υποτάσσομαι στον λόγο, σου στην βούληση σου λες και είμαι παιδί ακόμα και τώρα μαθαίνω να ξεχωρίζω το χαστούκι από το χάδι. Και κάποιες φορές πραγματικά αναρωτιέμαι πως θα ήταν άραγε ο κόσμος εκείνος που όσα έχω απαρνηθεί και πλέουν στο άγνωστο θα αποκαλύπτονταν και θα γνώριζαν την επιφάνεια. Αλλά μάλλον δεν θα μάθω ποτέ. Ζω την ζωή μου έτσι όπως την ζω. Και η επιβίωση αγιάζει τα μέσα.

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 19 και...αυτά.


Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Gold hidden by rock and sand

Κάποιες φορές απλά στέκομαι . Δεν κινούμαι, δεν μιλώ, δεν αναπηδώ εδώ και εκεί, όχι. Είμαι άπλα ακίνητος και δεν θα πω ψέμματα κάθε φόρα που αυτό γίνεται τείνω να βλέπω την ευτυχισμένη εκδοχή της στιγμής εκείνης να εκτυλίσσεται μπροστά μου τόσο ρεαλιστικά που σχεδόν μπορώ να αντιληφθώ την στιγμή και να ασπαστώ το συναίσθημα της. Και έτσι αυτή η στιγμή δεν είναι σαν τις άλλες. Αν και είναι 3-4 δευτερόλεπτα την φόρα είναι εκείνη η στιγμή που με τρομάζει πιο πολύ, γιατί άρχισα να συνειδητοποιώ ποσό άδειος είμαι. Πόσο σκυλί είμαι. Ένας μικρός, πενιχρός και τρομαγμένος σκύλος, μια ζωή κρύβομαι στις σκιές μιλώντας για τις καλύτερες μέρες που θα έρθουν και όμως όταν κάποτε φτάσουν, εγώ δεν θα είμαι εκεί. Εγώ δεν θα είμαι στον παράδεισο που σχεδίασα για μένα. Θα γυρεύω μια άλλη κόλαση που θα κινεί τα νήματα μου. Θα τριγυρνώ εδω και εκεί και θα πηγαίνω από τζάμι σε τζάμι βλέποντας όλα αυτά που ζητούσα άλλα δεν ειχα το θάρρος να αδραξώ, ένα κομμάτι ζωής ανα βιτρίνα. Και έτσι ίσως να είναι για μένα. Αφού δεν μπορώ να αλλάξω τον εαυτό μου σε κάτι καλύτερο τότε θα μείνω εκεί που ξέρω να στέκομαι καλύτερα. Θα είμαι παντα πίσω από το τζάμι και θα βλέπω το καινούργιο και αλλιώτικο να εισβάλλουν στην ζωη μου στην σφαίρα της φαντασίας όσο εγώ, ζεστά ζεστά και ''ακμαζων'' αρκετά θα είμαι στο κρύο έξω από το τζάμι και θα φοβάμαι να γίνω πραγματικός μέσα εκει. Και εκεί εκτυλίσσεται για μένα το καλύτερο πιθανό μέλλον. Η Ευτυχία που τόσο αγνά υμνούσα κάποτε ,πότε δεν αργούσε στα ραντεβού μας. Πάντα εγώ αργούσα. Πάντα εγώ ήμουν εκείνος που τρόμαζε στο άπιαστο και χάνονταν στο μέτριο.
Εκεί λοιπόν είναι η θέση μου, ανάμεσα στις θέσεις άλλων ανθρώπων , η δίκη μου στάση είναι ο δρόμος και ο δρόμος συνεχίζει.

Ή όχι;

Με λένε Κωνσταντίνο, ειμαι 19 και ο δρομος μου ειναι ακομα στην αρχή

Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

Spotless

Δεν μπορώ να πω  πως πάντα ήξερα τι θέλω. Ίσως για αυτό πάντα ήμουν χύμα, μια αμφιταλαντευόμενη μορφή και συνήθως έξω από αυτόν τον κόσμο, πάντα κάπου χαμένος στου κεφαλιού μου τα ενδότερα, αγνοώντας και απορρίπτοντας τα εγκόσμια. Έτσι με βόλευε και ήταν ένα ενδιαφέρον lifestyle. Και εκεί που βρισκόμουν όμορφα στεκούμενος στην απόλυτη ερημία την δροσερή και ηδονιστική εκείνη τοποθεσία που με γνώριζε ως αρχιτέκτονα, συνειδητοποίησα ότι ήμουν μικρός ακόμα και ας υποστήριζα πάντα ότι η ψύχη μου ήταν ένα γέρικο χαζό σκυλί. Ένα γέρικο, λευκό, χαζό σκυλί που πάντα κυνηγά τα αμάξια χωρίς να ξέρει τι να κάνει αν κάποτε ένα από αυτά σταματούσε. Και έτσι βρέθηκα να κινούμαι ανάμεσα στους ανθρώπους, να ζω μαζί τους να γελάω μαζί τους και να τρώω μαζί τους. Και όπως ήταν αρκετά αναπόφευκτο ερωτεύτηκα τους ανθρώπους και τα λάθη τους. Κοίτα με , μιλώ λες και δεν είμαι ένας από αυτούς, λες και εγώ δεν γεννήθηκα απλά υπήρχα και στην πορεία έμοιασα με αυτούς. Με εκείνους που πάντα κοίταζαν τα παιδικά μου μάτια και απορούσαν. Κι όμως μετρώ 19 μόνο χρόνια σε αυτόν τον κόσμο, και κάθε φορά που λέω ''ρε πούστη τα έχω δει ολα'' έρχονται να με ανατρέψουν σχεδόν κωμικοτραγικά. Μα όσο και αν μοιάζει, αυτή η ωδή δεν έχει τα μυριάδες ονόματα των ανθρώπων που παρατηρώ συνεχώς. Έχει ένα. Ένα μικρο όνομα που ενίοτε θυμίζει φακές. Εμένα πάντα μου μοιάζει απολλώνιο. Αλλά τι να κάνουμε; Εκπλήσσομαι και συνεχίζω...

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 19 και από μικρός ήξερα να παρατηρώ τα θαύματα όταν αυτά άρχιζαν να ξετυλίγονται μπροστά μου.  

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Such imagination seems to help the feeling slide, I'll take it by your side...

Kαποτε σηκωθηκε απο την θεση του και σταθηκε στα δυο του ποδια. Tην κοιταξε στα ματια και χαθηκε στο αχανες και απροβλεπτο τις ιριδας, στην συστολη της ατσαλης κορης και στην διατολη της ψυχης. Tης εκανε νοημα να τον ακολουθησει και εκεινη απλως υπακουσε. Πλησιασαν το νερο και εκεινος χαθηκε στην αλμυρα λες και δεν γεννηθηκε στο αχανες, λες και η θαλασσα του ηταν ενα μυστικο καλα κρυμμενο απο ανθρωπους και ιστορια. γδυθηκε για να ειναι γυμνος μπροστα της. Δεν αφησε τα ρουχα του και τον πολιτισμο του, απλως αφησε την ψυχη του ανοικτη, σαν σκοτεινη μικρη μαζα που δακρυζει φως όποτε τον στραβοκοιτουσε εκεινη.
Οπως και τοτε ετσι και τωρα πιαστηκαν και ανακατεψαν τις ψυχες τους. Εκεινος ηταν ο μισος μεσα στο νερο ενω εκεινη διασταζε. Και ετσι τραβηχτηκε εξω, την πλησιασε και την εκρυψε στην αγκαλια του, ο πενιχρος και σκοτεινα ονειρευομενος πριγκηπας ασπαστηκε το τριανταφυλλο του και αφησε τους ηλιους να κινουνται γυρω τους για αιωνες. Περνουσε ο καιρος περνουσαν οι ανθρωποι και ακομα εκεινη ζουσε στα χερια του και ο αλλοτε αρμενιζων αρχων τωρα γονατιζε μπροστα σε κατι το ανωτερο που λυγιζε το κορμι του και σφυρηλατουσε απο την αρχη την ψυχη, οπως οταν ηταν μικρος και μαθαινε να κρυβεται απο τα βλεμματα για να νιωθει ασφαλης στην μοναξια του. Και μετα απο αιωνες κρυμμενη στην αγκαλια του αποφασισε να φυγει. Τρομαγμενος της επιασε το χερι για να την συρει και να την κρυψει στα νερα, να την σωσει απο τον δυοντα ηλιο και το αμειλικτο του χρονου. Και τραυλιζοντας την σκεψη του της ειπε να καθισει στην αμμο. Αυτη αρνηθηκε μα στα ματια της φαινονταν η φλογα εκεινη που αγκαλιαζε το σωμα του μεσα στους αιωνες, οπου ενας ανθρωπος εζησε χωρις αλλους , χωρις αλλον ερωτα ,χωρις τροφη ,χωρις νερο και παλεψε με το γηρας για να μπορει να στεκεται διπλα της ακμαιος σαν εκεινη. Ω ναι, ηταν ακμαζουσα, μια μικρη αιθερια απολαυση που απιαστη σαν ειναι μου εμαθε και μενα να χανομαι στον στροβιλο της σκεψης, στην δινη του συναισθηματος που ισως να ειχα ξεχασει να αισθανομαι. γονατισαν και οι δυο και εκεινη ξαπλωσε κοντα του και αρχισε να τερπει τα ματια του σαν μουσα που γνωριζε ουσια σαν ιδεα που κινηται αναμεσα στα δαχτυλα του και απλως συνεχιζει να του ξεφευγει οποτε αποπειραται να την κανει δικη του. Ετσι και εκεινος ξαπλωσε και αρχισε νωχελικα να εξερευνα το κορμι της, ποτε με τα χερια, ποτε με την γλωσσα και ενιοτε με τον νου. Τα ματια του ηταν κλειστα. Δεν τον ενοιαζε καθολου μιας και καιρο τωρα ευτη βασιλευει στο νοερο της σκεψης του. Και μειναν εκει, μεχρι που τελειωσαν τα χρονια , μεχρι που σωπασαν οι καιροι και η νυχτα τους εκανε δικους της. Τοτε σηκωσε το χερι του και της εδειξε τον ουρανο. '' Εγω θα σου μαθω να κοιτας τα του ουρανου τα κοσμηματα και εσυ πως να ειμαι ανθρωπος'' σκεφτηκε και της μαθαινε για τον Τοξοτη και τον Σκορπιο, μα εκεινη δεν μπορουσε να τους δει, γιατι η νυχτα ηταν ακομη νεα και τα ψηγματα του ηλιου που κυριαρχουσαν στην δυση της εκρυβαν τον ουρανο. εκεινος απλως γελασε και την φιλησε τον λαιμο. Εκεινη δεν μιλησε απλως αγγιξε τα ποδια της για να κρυψει την ανατριχιλα. Αν κοιταζε σωστα και μπορουσε να δει και τον Τοξοτη και τον Σκορπιο τοτε θα κοιταζε και μεσα στα ματια του το ειδωλο της και ετσι ισως καποτε μαθαινε το αληθινο βεληνεκες της φυσικης και αρχεγονης ομορφιας της. Μα δεν το κανε. Σηκωθηκε και του ψιθυρησε οτι ειναι ωρα να φυγει. Και εκεινος απλως δεν της το αρνηθηκε αλλο, πηρε αυτος την πορεια του και αυτη την δικη της και χαθηκαν στην ωριμανση της νυχτας και στην απαστραπτουσα ιδεα που ειχε απομνημονευσει αυτος απο εκεινους τους καιρους που εκεινη ζουσε μαζι του,που ζουσε στα χερια του...

Με λενε Κωνσταντινο, ειμαι 19 και αυτο συνεβη στα αληθεια...

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

''She’s quite the talker she creeks and moans, she keeps me up..''

Ήρθε κάπως απότομα αυτό το καλοκαίρι. Έτσι όπως του έπρεπε να εμφανιστεί για να ξεπλύνει τις ζοφερές και ξεθωριασμένες μνήμες από τα προηγούμενα. Αρχίζοντας και φέτος το καλοκαιρινό βολτάρισμα πέρασα έξω από ένα σπίτι. Έναν οίκο που κρύβει μυστικά, σαν έμενα. Που κάποτε μεγαλοπρεπής καλωσόριζε την μέρα και τώρα ξεχασμένος από ανθρώπους και ιστορία έχει αράξει στις νύχτας την άκρη και μετράει τις αυγές, νιώθει το μέσα του να θρυμματίζεται από τα τις φύσης τα απλησίαστα. Λες να ευελπιστεί και αυτός σε ένα καλύτερο αύριο; Ίσως. Έτσι άλλωστε πρέπει να πιστεύει, αυτό του αρμόζει, να ελπίζει στο καλύτερο και να χάνεται στο μέτριο, να μάθει το κορμί να συμβιβάζεται και το πνεύμα να πέτα. Γιατί μου είπαν ότι όσο υπάρχει αέρας μπορούμε να πετάμε.Και από σήμερα επιλέγω να πετώ και να χάνομαι όπως είπε και ο Ελύτης ''στων βράχων το απλησιαστο''. Μια θα με βρεις εδώ, μια εκεί, ανάλογα με τους καιρούς μιας και σπίτι δεν γνωρίζω και η νύχτα καθορίζει το πρωινό μου. Και ας μου βγει και σε κακό, άλλωστε όταν πια θα κρυφτώ από αυτόν τον κόσμο και θα τον αφήσω να πάρει την ρότα του θα μπορώ να πω πως έμαθα να ζω και αν με κρύψανε οι σκιές ειναι γιατι καποια ανθη ανθιζουν την νύχτα και εκεινα ειναι που δεν θα μυρισεις ποτε στις ομορφες εικονες που εχεις σχηματησει για την ευτυχια. Θα εξερευνω το πρωι και το βραδυ θα εξιστορω αυτα που ακουσα και ειδα αναμεσα στα θηρια και ετσι θα γεμιζω της μερες μου, αληταρια που ξεμενει και μιλα για την ζωη απο την αδεια γαλαρια ενος μεταμεσονυχτιου λεωφορειου. Και ισως μια μερα να μπορω και γω να εναρμονιστω στο χαος τον ανθρωπων και να κοιμαμε μαζι τους αντι να νυχτοπερπατω, να αισθανομαι και να χαραζω το ξυλινο δερμα και να ματωνω απο χαρα για το περιεργο και ακατεργαστο της φυσης της ανθρωπινης. Ποντος ενας για το ξυλινο παιδι.
 
Με λενε Κωνσταντινο, ειμαι πλεον 19 και ειμαι εδω για να μιλησω για την ομορφια της μεταλλαξης.

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Summer Rose (Part 4)

Ξεμεινα πισω λοιπον στους γρηγορους ρυθους απορροφηκε η σαρκα μου και η ψυχη εμεινε μετεωρη, οπως ο κατοχος της, αφεθηκε στην δικη της αληθεια, εστερνιστηκε το οξυγονο και με τυλιξε στο κοκκινωπο κουστουμι για να ξεφυγω απο τα ματια της και να χαθω στην αρμονικη μου συνυπαρξη. Ετρεχα χωρις τελειωμο στις κραυγες και πιωμενος αρκετα παραπατωντας στο σχημα ενος σταβου 8 εμεινα εκει που γεννιουνται οι ιστοριες. Και σε καποιο πεζοδρομιο εξελιχθηκα, ο αρμενιζων πριγκηπας ασυμφορος και απρεπης, Κωνσταντινος εκ σχεδιασμου χανομαι στο τακτικα σχεδον πια στο στρυφνο της ατμνοσφαιρας απο την οποια ξεπροβαλε σαν πειρασμος , οχι ηθικος ή τιποτα αλλο παρεμφερες, πειρασμος γνωστος με οστα και λειο δερμα που με σαρκικες ματιες αποσκοπει στην αναστατωση της νοτιας χωρας και στις σχετικες βλακωδεις αν και εξαιρετικες πραξεις που γινονται στα σκοτεινα, πραξεις που στρωνουν το κρεβατι για να το ξεστρωσεις. Και ξαφνου φτασαν τα στοιχειά σαν χορος τραγικος να δωσουν στην ωδη αυτη το ακροατηριο που της αρμοζει, ακροτατηριο που μπορει να ασπαστει, που γυμνο απο φραγμους ηθικους ειναι ετοιμο να κυλιστει στον βουρκο που βρισκει σπιτι στην μεθη. Ετσι σηκωθηκαν αναιδεις απο ορισμο και γεννα και γδυναν την νυχτα απο σκοταδι με φωτιες και φλογες που τα χερια μου προσπαθουν να ασπαστουν . Πριν ομως τα πυρινα χειλη τους αγγιξουν τα χερια μου αναζητησα την σωτηρια στην φυγη, φυγη ,ποσο ωραια ακουγεται αυτη η λεξη στο χαος που επικρατουσε . Και μονο ετουτη η λεξη ετρεμε στα ενδοτερα της σκεψης μου ''φυγη , φυγη , φυγη''. Νομιζα οτι κινουμουν ομως στασιμος εμενα στον χρονο πενιχρος και αστειος αναμεσα στισ φωνες και τις κραυγες να κλεινω τα αυτια και να απαγγελω ονοματα και ανθη, να προσπαθω σαν καρικατουρα να ξεφυγω απο ολες αυτες τις γομολαστιχες που ηταν στο κατοπι μου. Και καταμεσης της μικρης μου εσωτερικης Βαβελ , σιωπησαν οι κραυγες και σωπασαν τα στοιχεια, βρηκε παλι η νυχτα το μαυρο της και εγω σταματησα να τραυλιζω την σκεψη μου. Ετσι λοιπον παρελυσε το ακουσιο των κινησεων μου και αποσβολωμενος σαν παιδι ξεμεινα παλι να να κοιταζω το προσωπο της μιας και ηταν εκει να προδωσει στα ματια μου το υπερφυσικο της υπαρξης της, τοσο κοντα που μπορουσα να εξετασω ακομα και τις αμυχες του δερματος της. Και σαν θεος πιο δεκτκοσ , σχεδον προσωπικος με καλεσε στο νου μου να την αγγιξω. Επιασε τα χερια μου και τα εκρυψε στα δικα της και οδηγοντας της ακρες των δαχτυλων μου στο κοκκινο των χειλιων της. Ετσι με τετοιου ειδους προσκλησεις γοερες διαπερασε σαν λεπιδι κοφτερο την ηθικη μου. Και υστερα μιλησε:
''Ειναι η λεπιδα που σε πονα ή η πλοκη; Μηπως πονας γιατι φευγεις νωρις; Ή μηπως ειναι βαρυ το λεπιδι που βρισκει θηκαρι στα σωθικα σου;''
Και οι περιπτυξεις συνεχισαν μεχρι που το μελανι στερεψε ,το χαρτι ασπρισε και η μεθη μου σαν θυληκο κλασσικο αρχισε και αυτη να με εγκαταλειπει σιγα-σιγα . Και στο ανθος της παρακμης μου μου επιασε το χερι και το εσπρωξε πανω στο χαρτι , μουσα με θελγητρο αητητο που με φωνη ανηκουστη μα γηινη , τρεμοπαιζει σαν την λογικη μου νοτες ερωτικες και απο σαρκα φτιαγμενες. Ετσι λοιπον σαν να αλλαξαμε κορμια αυτη εκοψε και εραψε την πενα μου σαν δοξαρι που στην γλωσσα της προσδιδει κυρος στο πραγματικο και αληθινο.
Και παλι ομως σηκωσε το βλεμμα της απο το γεματο μου χαρτι αφησε το χερι μου και σταματησε. Ειχε ξημερωσει και τραβηχτηκε εκει που γεννηθηκε σε μια σκοτεινη γωνια της σκεψης μου ,εκει που παντα θα βρισκει σπιτι . Τυλιξε την νυχτα στα μαυρα της μαλλια και μαρτυρησε την υποταγη της στο χερι μου, πριν ο αλεκτωρ λαλησει τρεις και επιβεβαιωσει αλλη μια προδοσια
    Σηκωθηκε ο ηλιος λοιπον και γω ανθρωπος σαν γεννηθηκα βρεθηκα στην αμηχανια βουτηγμενος και μεσα στο πρωινο μου μουδιασμα ταυτισα τον λογισμο μου και αναλογιστικα: ''Αξιον εστι;''

Μαινεται λοιπον,
μια ιστορια που γεννιεται και πεθαινει
στο σαιξπηρικο σανιδι
και αγγιζει τα ορια του αθεραπευτου
τα ορια
που τοσο ζητω να ξεπερασω...


  τέλος...

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Summer Rose (Part 3)

Περασε καιρος πολυς με μεγαλοπρεπεις συζητησεις καταστασεις μπλεγμενες και μια ιστορια να τρεμει στην σελιδα, να περιμενει να γραφτει να αναζητα και αυτη τον ορισμο της. Ηρεμοι καιροι, καιροι καινουργιοι ηρθανε και κουβαλουσαν τα αρωματα της, αρωματα απο ονειρα ξενα που απο το πλαι της ζωης εμαθα να ασπαζομαι την μοναδικοτητα της παρουσιας της. δεν ηταν εκει, δεν ηταν κοντα μου. μεε προσεχε ομωςκαι φροντιζε να μου γελαει. μεσα απο εκεινο το χαμογελο ομως εγω σταματαγα να νιωθω ατελης. και μας πηραν τα χρονια στου νου μου την σφαιρα να μιλαμε και να μιλαμε, συζητησεις οντως μεγαλοπρεπεις, πνευματα που φορτιζουν την ατμοσφαιρα με ηλεκτρισμο. Και οταν ερχονταν η ωρα να φυγει σκοτινιαζε ο καθρεπτης και μικρος σαν ξεμενα πισω, σε καποιο βιβλιο θα εκρυβα την ντροπη μου καθε φορα που ο χρονος εκλεινε το φως στην γαληνη του κρεβατιου μου. Σαν αναξιος Baudelaire στο ασπρομαυρο της μοναξιας μου τυλιξα τον ποθο μου, και σε ξενη μουσα εδωσα την πενα μου τον παρον για μενα αυτη να γραφει. Ποσο ομως πεθυμησα τα αρωματα και τις αλχημειες, την διασπαρτη ηδονη που φορτιζε τα ματια μου με συναισθημα και αναγκη για περισοτερο, ο γλυκος εθισμος στην παρουσια της. ακομα ακουω τισ σταγονες που ηρθαν να τρομαξουν τους βαρβαρους απο τα σωθικα μου μα εγω εκει ημουν ταγμενος σε μια αληθεια που δεν γνωριζω, μια αληθεια που δεν ακουει στο ονομα μου, μια αληθεια κατα το ημισυ δικη μου και κατα το ημισυ του ουρανο. Γιατι αυτος ξερει. γνωριζει την γευση των χεριων της, γνωρισε την αλμυρα του κορμιου της.
Τι ζητω λοιπον απο εκεινους που φτιαχνουν την βροχη;
Να 'ρθω σε επαφη με τους ζωντανους...


Εν εξελιξη...