Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Let the right one in

Συνάντησα τον Διάβολο εχθές. Στέλνει φιλιά και χαιρετίσματα. Και μετά χάθηκε στο σκοτεινό μιας αγκαλιάς που ήρθε να εξιλεώσει το ξημέρωμα και να αφήσει το πικρόχολο και κοφτερό του ραγίσματος για πρώτη πρωινή γεύση, μια γεύση σαν μέταλλο και χλωριούχο νάτριο. Πικρή και σχεδόν  ξεχασμένη. Αλλά παρούσα όπως πάντα. πότε δεν αργούσε στα ραντεβού μας. Δεν ήξερε από happy endings αυτή. Ήθελε πάντα να σκάει στο άνθος της ελπίδας και κοφτερή να μουδιάζει την γλώσσα και να κόβει από την ψυχή ότι περίσσευμα μένει μονό για να αφήσει κάτι ψιλά για να βγάλεις την μέρα.
Συνάντησα τον Διάβολο χτες και δεν είχε την μορφή σου αλλά σε προσέφερε σαν αμαρτία που ταλανίζει το σώμα μου και ξεπετσιάζει την ψυχη από αντοχή και αξιοπρέπεια. Έτσι με αφήνει γυμνό σε ότι συναίσθημα τύχει να περάσει όσο είσαι δίπλα μου. Και γω σε δέχτηκα πάλι μέσα μου σαν απαράμιλλα ερωτική και ταυτόχρονα πλατωνική επαφή. Σαν καπνος πια δεν κάθεσαι καν να σε αγγίξω, μετενσαρκώθηκες σε σκιά και ξεκινήσαμε το κυνήγι εσύ μπροστά και 'γω από πίσω πάλι και τώρα δεν νιώθω τίποτα, λες και μόλις απομακρύνθηκες έφυγε οποιοδήποτε ναρκωτικό ποτίζεις τα μαλλιά σου και νιώθω πάλι το κατέβασμα απότομο και άτσαλο να υποδέχεται τα πόδια μου σε σπασμένα γυαλιά και καρφιά στο σχήμα του ματιού σου. ''Πήγαινε κοιμησου'' μου λες μετά. όχι , όχι το μόνο που θέλω είναι αυτή η σάπια γαλήνη που νιώθω να με κατακλύζει καθώς αποβάλλω την επήρεια σου από μέσα μου . Ή τουλάχιστον αυτό νομίζω ότι κάνω. Ή έστω θέλω. Έτσι απλά μια μέρα να ξυπνήσω και όλο αυτό το αχανές κουβάρι , όλα αυτά τα πολυτραγουδισμένα  που τακτικά κρύβονται μέσα μου αλλά επίσης τακτικά με επισκεπτονται κάθε φορά που κάτι δικό σου αγγίζει το σώμα μου, απλά να εξαφανιστεί και να μην αφήσει τίποτα, ούτε μνήμη ,ούτε έρωτα, ούτε γέλιο ,ούτε θλίψη, ούτε ομορφιά, ούτε αρρώστια. Έυσεβείς πόθοι που εύκολα λέγονται.  Η αλήθεια είναι ότι μόνο εσύ με ξέρεις. Μονο εσύ ξέρεις τι είμαι . Μόνο εσύ με βλέπεις μέσα σε τόσο πλήθος. Μόνο συ με βλέπεις. Δεν μπορώ άλλο ήρθε η εξάντληση να με πάρει  να με βάλει για ύπνο να ξαπλώσει δίπλα μου και το πρωί να ξανά τυλιχτεί πάλι γύρω μου.

Με λένε  Κωνσταντίνο, είμαι 20 και συνάντησα τον Διαβολο χτες και τον άκουσα που μίλαγε για σένα.

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

My Dahlia, bathed in possession


Δεν ονειρεύομαι πολύ. Πάντα νόμιζα ότι τα όνειρα είναι μια απεικόνιση του τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό μας όσων άφορα τους πόθους. Και κάτι τέτοιο παίζει να είναι. Μια γλαφυρή αναπαράσταση του τι θέλω. Και εγώ δεν ονειρεύομαι τίποτα.σαν να πλέω στην πιο ήρεμη θάλασσα. Ούτε κύμα ούτε χαρά ούτε τίποτα. Μια τεράστια θάλασσα tch. Μονό μούδιασμα και αγαλλίαση. Όχι ακριβώς αγαλλίαση, αυτό το συναίσθημα που νιώθεις όταν σκάει το παυσίπονο μέσα στην απελπισία και νεκρώνει τα πάντα  Kαι έτσι νερωμένος βρίσκεις ηρεμία. Από την μια είναι αυτές οι στιγμές. από την άλλη είναι εκείνες οι άλλες, που ντύνεσαι σε ένα ξένο δέρμα και δεν υπάρχει κόσμος που να μην νιώθεις ανοικτό το σώμα σου, καμία υπόθεση κανένας πόνος όλα ξεχύνονται από μέσα μου και φεύγουν από το σώμα σαν αρρώστια , σαν παράσιτο. και τότε είναι που νιώθω την γη να ξεριζώνεται και να περιστρέφεται γύρω από το νέο μου πετσί. Έτσι νιώθω κάτι φορές. σαν να ντύνεται γύρω μου και να με προστατεύει από όλα αυτά που ξέρει ότι με φοβίζουν. και δεν είναι καν εδώ. ίσως είναι η επιθυμία μου η δεν ξέρω και 'γω τι. και έτσι τα βιώνω σαν όνειρο πια, χωρίς ανταπόδοση και κρύβω όλα μου τα μυστικά στο δέρμα. Πότε στο δικό μου πότε στο δικό της. Κινούμαι λοιπόν σε μια θάλασσα χωρίς ρεύμα, χωρίς αέρα, τραγουδώ ένα τραγούδι που δεν τραγουδιέται πότε και τρεμοπαίζω την ύπαρξη της στα χείλια μου που και που Έτσι κρυφά στα σκοτεινά όπως καλύτερα ξέρω για να μην ξεχνιέμαι και να κρατιέμαι στην γη . Κάθε μέρα έτσι για λίγο, σαν ηρωίνη ξεφεύγει στον οργανισμό μου με έχει εθίσει στο οτιδήποτε δικό της και μέσα από την αρρώστια φτιάχνω άλλες μνήμες που ταλανίζονται από το φανταστικό της φύσης τους. Τρεις νότες όλες μου οι μέρες και στο τι θα γίνει πως που τι και πότε μουδιάζει ο νους μου και παρασέρνει το σώμα στα ανοιχτά που περπατώ και χάνομαι , όχι σε κάποια στενά , όχι σε κάποιον άγνωστο δρόμο, χάνομαι μέσα στο ίδιο μου το κεφάλι. Άπλα θρυμματίζω τα μυστικά μου και φτιάχνω καινούργια γιατί μόνο έτσι για λίγο φεύγει το βάρος τους από το στήθος μου. Και μετά σιωπούν όλα για δεκαπέντε δευτερόλεπτα, με αγκαλιάζει η εξάντληση και κοιμάμαι σαν να πεθαίνω, ούτε όνειρα ούτε ξεκούραση ούτε ηρεμία.

Με λένε Κωνσταντίνο είμαι 20, και μεσα στο κέλυφος μου περιμένω.


Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Τοy piano

Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με πιάνει και μελαγχολώ κάθε μεσημέρι που βρίσκομαι έξω. Δεν είμαι συχνά έξω τα μεσημέρια. Δεν αρέσει ο ήλιος. οπότε είτε είμαι σπίτι είτε είμαι σε κάποια δουλειά. Αλλά όταν με πετυχαίνει και είμαι έξω νιώθω απών από σώμα και νου. Κινούμαι μηχανικά ,σχεδόν χαζά. Σήμερα έκατσα σε ένα πάρκο ,δεν ξέρω γιατί, αλήθεια. Μου λείπει να πηγαίνω στο πάρκο. να φέρνω από το σπίτι τα παιχνίδια μου και άπλα να γεμίζω το μυαλό με ότι να' ναι. Ίσως βιάστηκα να μεγαλώσω. Ίσως να μην έπρεπε. Ίσως να ήμουνα καλύτερα ως παιδί τότε που τα πράγματα είχαν σημασία και όλα έμοιαζαν τόσο αρμόνικα. Βιάστηκα να μεγαλώσω ,να βγω ,να δω. Κάνεις δεν μου είπε όμως ότι όλα αυτά που θα γίνονταν δεν θα'ταν στην τηλεόραση Σάββατο πρωί. Θα ήταν αλήθεια. Και η αλήθεια είναι μεγάλη μαλάκια. Δεν έχει ούτε backspace ούτε κουμπί για να σβήσει. Νόμιζα ότι η ζωή θα είναι μια περιπέτεια και'γω για 'κει ξεκίνησα και κάπου στα μισά ξέμεινα σαν τον Οδυσσέα στην γη κάποιων λωτοφάγων με σπασμένο το σπαθί μου και τόσα μυριάδες πράγματα πάνω στο κεφάλι μου.Βιάστηκα να μεγαλώσω. Κάνεις δεν μου είπε να περιμένω. Κάνεις δεν μου είπε ότι ήμουνα πάνω σε ένα τρένο που θα με έφερνε εδώ έτσι και αλλιώς. Δεν χρειάστηκε να γκαζώσω  μέχρι αηδίας. Αλλά τότε ήταν  όμορφα, ήταν όμορφο το σφύριγμα της καμινάδας του τρένου εκείνου και δεν με ένοιαζε η ομίχλη μπροστά. Το μόνο που ήθελα ήταν να ζήσω την περιπέτεια να σώσω όλες τις πριγκίπισσες, να σφάζω όλους τους δράκους και να γυρίσω σπίτι νωρίς. Μα το τρένο δεν σταμάτησε ποτέ και είμαι ακόμα πάνω και κάθε μεσημέρι νιώθω ότι γίνομαι σκόνη κάτω από τον μεσημεριανό  ήλιο και φθείρομαι μέχρι να φτάσει το σαράκι στο μόνο ατόφιο πράγμα που έχω μέσα μου. Στον εφτάχρονο εαυτό μου. Αυτός την είχε καλά την δουλειά, είχε όλα τα θέματα λυμένα. Και όμως δεν έφτανε αυτό. Έπρεπε να δω τι υπάρχει πέρα από το πάρκο, να δω και άλλα κάστρα και να σώσω όσους μπορώ στο ταξίδι μου. Αλλά άρχισα να κουράζομαι και είμαι μόνο 20 χρόνων. Θυμάμαι όταν ήμουνα μικρός δεν έπρεπε να πατήσω στους αρμούς απ' τα πλακάκια γιατί ήτανε φτιαγμένοι από λέιζερ και ότι κάθε έδαφος εκτός από τον καναπέ ήτανε λάβα. Αν έπεφτα βέβαια όλα καλά, έκανα τα κόλπα μου και συνέχιζα. Αυτό ήτανε καλό. Ήτανε σπάνιο και γι'αυτό ήταν ωραία , έπεφτες και άπλα σηκωνόσουν και συνέχιζες. Τώρα δεν ξέρω γιατί αλλά όταν πέφτω αργώ για να ακούσω τον γδούπο της επαφής του σώματος μου με το πάτωμα. Και όταν έρθει η στιγμή μου φαίνεται δύσκολο να σηκωθώ. Αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι γιατί ακόμα πιστεύω στο τρένο. Πιστεύω ότι κάπου θα με βγάλει. Δεν θέλω τόσο πια να με πάει μπροστά προτιμώ να με πάει πίσω και ας είναι και αργά. Δεν πειράζει. Εγώ είμαι έτοιμος να παίξω με τα παιχνίδια μου. Γιατί αυτά τα αγαπούσα και με αγαπούσαν και αυτά. Και ήταν καλά. Ήταν ήρεμα.

Με λένε Κωνσταντίνο ,είμαι 20 και η καλύτερη μουσική θα βγαίνει πάντα από το μικρο κουρδιστό πιάνο που έχασα στο πάρκο.

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Transatlanticism

Και έτσι σταματάμε να είμαστε τέρατα. Εξευμενιζόμαστε και γινόμαστε γήινοι. Δεν σταματάμε να τρομάζουμε ο ένας τον άλλον απλά έχουμε βαρεθεί αυτήν την φάση ,ξέρω 'γω. Δεν σε κατηγόρησα ποτέ. Μου ήταν απλά πιο εύκολο να φταίω πάντα εγώ. Είχα ψιλοσυνηθίσει. και όμως είμαι εδώ διεκδικώντας μια αγκαλιά και γράφοντας λόγια πολλά. Όμως δεν σου φτάνουν τα λόγια πια. είναι λίγο μαλάκια που αυτό ξέρω να κάνω καλύτερα. Και όμως όταν σου μιλώ είμαι σαν χαζό. Όταν σου μιλώ όχι για μαλακίες άλλα για όλα αυτά που έχουν σημασία τις ψευτοφιλοσοφιες μου και όλα τα βαρύγδουπα που είχα να πω αντί απλώς να σε πάρω αγκαλιά και να σε αγαπήσω πέρα από κάθε σκέψη σου. Να σε κρατήσω τόσο σφιχτά έτσι ώστε να μην φύγεις ποτέ. Αλλά κάπου εκεί έκανα αυτό που κάνω καλύτερα από το να γράφω. τα έκανα σκατά. Και εσύ τρόμαξες και 'γω απλά δείλιασα. Και θα εκπλαγείς με το πόσο μπορεί να κατηγορήσει τον εαυτό του ένας άνθρωπος αλλά , ξέρεις ,το έριξα και αυτό το εμπόδιο. Τώρα εσύ απλά γίνεσαι και εκρηγνύεσαι σε μικρές θεϊκές εκρήξεις στον άχαρο τούτο κόσμο και 'γω απλά θα έδινα τα πάντα για μια μικρή βόλτα στο τρενάκι της ζωής σου. Αλλά μου λες οτι δεν γίνεται να ανήκεις σε μένα. Δεν είναι και πολύ δίκαιο για όλους αυτούς,  γιατί εντάξει μεταξύ μας, όλοι αξίζουν λίγο από αυτήν την λάμψη. Γιατί έμαθες να λάμπεις καλή μου. Σαν να είσαι φτιαγμένη από ένα φως τόσο λαμπερό και απύθμενο που κάποιες φορές είναι το μονό που μπορεί να με κάνει να ξεχαστώ και να γελάσω. Nαι ,εσύ είσαι αυτή. Ναι, ελπίζω αν το διαβάζεις αυτό να χαμογελάσεις. Kαι κάπου εδώ μπαίνουν τα όνειρα , τόσο έντονα και ζωντανά που μου σηκώνουν την τρίχα κάθε φορά. Όνειρα που λίγο πριν με πάρει ο ύπνος έρχονται σε μένα και κοιμούνται στην αγκαλιά μου για να την κρατάνε ζεστή για σένα. Kαι είναι καλά. Και όταν τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα τότε όλα είναι απλά κρυστάλλινα, απτά και πανέμορφα. Αλλά μέχρι να γίνουν το μονό που έχω είναι το μπουκάλι μου, τα τσιγάρα μου και μια ελπίδα ότι θα πάω μια βόλτα στο τρενάκι σου .Ότι θα νιώσω την αδρεναλίνη του να με γειώνεις και να γελάς επικριτικά με αυτά που λέω, ότι απλά θα ξαπλώσεις πάνω μου για πέντε λεπτά και ο κόσμος και η γη θα έχουν νόημα ξανά . Θα έχουνε λόγους να κινούνται για μένα, για μας. Γιατί για ένα ''εμεις'' αξίζουν όλα, μικρή μου. Για ένα ''εμεις'' αξίζει ο κόσμος να περιμένει μέχρι να σταματήσεις να με φιλάς και να μου τσιμπήσεις την κοιλιά.


Με λένε Κωνσταντίνο είμαι 20 και fade out..

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

And it comes of the walls


Έχω μιλήσει πολλές φορές , σχεδόν αναρίθμητες πια για το πως κυλά και ελίσσεται το σκοτάδι μεσα μου. Και διαβάζοντας κάνεις αυτά τα κείμενα θα νόμιζε ότι όλη η ζωή μου αποπνίγεται και διαστρεβλώνεται από ένα έρεβος που με στοιχειώνει καιρό τώρα. Αλλά όχι δεν είναι πάντα έτσι. Υπάρχουν φορές που αντιλαμβάνομαι το φως όταν υπάρχει γύρω μου. Ισως να μην είναι πάντα χρονικά σωστές άλλα κάνεις δεν είναι τέλειος. Διάβαζα προχτές την ''Περί Έρωτος Θεωρία'' για το πως ο άνθρωπος κάποτε είχε δυο κεφάλια που κοιτούσαν σε άλλες κατευθύνσεις , τέσσερα χέρια, τέσσερα ποδια και ένα σώμα και πως όταν οι Θεοί κατανόησαν την δύναμη των όντων αυτών τα χώρισαν στα δυο και από τότε ο άνθρωπος είναι μισός. και μισός περιφέρεται στα αχανές μονοπάτια της γης. Ώσπου γίνεται κάτι μια μέρα, χωρίς σχέδιο χωρίς λογισμό χωρίς σκοπό και πάνω απ'ολα χωρίς γνώση του τι γίνεται αυτήν την στιγμή. Απλά παρασυρόμαστε από την τέλεια καταιγίδα και προσπαθούμε να ράψουμε ο ένας τον άλλο πάνω στα σώματα μας και κρατιόμαστε αγκαλιά για να γίνουν τα σώματα παλί ένα. Και όταν αυτό δεν γίνεται απορούμε. Κάποιες φορές όμως καταλαβαίνω τι εννοούσε ο Πλάτωνας , πως δεν θα γίνονταν πότε τα σώματα μας ένα, αλλά μέσα μας δεν θα νιώθαμε την πληγή. Έτσι όταν αγκαλιάζονται αυτά τα δυο κομμάτια είναι μια στιγμή ηρεμίας και γαληνής που καμιά χημεία ,καμιά ιδέα,  κανένα συναίσθημα μπορεί να ξεπεράσει. Είναι σαν να ράβονται η ψυχές και να γίνονται ένα, έτσι όπως φτιάχνεται η νύχτα. Και ο κόσμος σταματά. δεν υπάρχει λόγος να συνεχίζει , γιατί εκείνη την στιγμή ο κόσμος έχει ολοκληρωθεί για σένα. έκανες πραγματικότητα αυτό που θεοί, τέρατα και άνθρωποι προσπάθησαν για αιώνες. Τι άλλο μένει μου λες; τι άλλο μένει πέρα από μας και μια σοκολάτα; δεν ξέρω για να είμαι ειλικρινής. Κάποιες φορές όμως τα πράγματα δεν πάνε όπως έπρεπε να καταλήξουν και οι άνθρωποι χάνονται κάπου στην μέση και σε ένα βλεφάρισμα έχουνε φύγει όλα μακρυά. έφταιγες εσύ; έφταιγα εγώ; δεν θυμάμαι πια. Και έτσι έπεσε χειμώνας και μας ξέπλυνε μακρυά. 
  Καποτε μου είχαν μιλήσει για την φύση της ρώμης ,της δύναμης και για το πως η δύναμη και η πλευρά της που κείτεται στην σκοτεινή πλευρά του ανθρωπίνου μυαλού είναι μια αστείρευτη πηγή που παν τα θα με εξελίσσει πάντα θα με προστατεύει και πάντα θα μου υπόσχεται παραπάνω. Όμως κάνεις δεν πρόλαβε να μου μιλήσει γιαυτό που υπάρχει τώρα. Κάτι τόσο το ανώτερο από μένα και από τα πενιχρά μου προβλήματα κάτι τόσο απύθμενο και αχανές που δεν μπόρεσα να κατανοήσω και να ασπαστώ εγκαίρως. Και έπειτα έφυγε. Και ναι, όταν έφυγε φούντωσε το μελανό μέσα μου και κόντεψε να με κατακτήσει. μέχρι που ήρθε πίσω από τα σκοτεινά του μυαλού μου ο μονός που ήμουνα σίγουρος ότι είχε χαθεί. Και κάτσαμε άπλα και βλέπαμε τα οράματα μου για το μέλλον που πέταξα μακρυά. ''φαίνεται καλό ''μου είπε και του απάντησα ότι είναι σχεδόν τέλειο. με ρώτησε γιατί σχεδόν και του αποκρίθηκα πως η τελειότητα του χάνεται στην φανταστική του φύση, δεν το κόβω να ερχεται στην ζωη. ''Μαλακιά'' είπε καθώς έπαιρνε τα τσιγάρα μου. ''Αυτό έχεις να πεις;'' τον ρώτησα και του εξήγησα πως μονό αυτός θα μπορούσε να μου δείξει τι να κάνω. Τότε μου είπε πως ποτέ πραγματικά δεν τον χρειάστηκα απλά ήταν πιο εύκολο να μου λέει κάποιος πράγματα που ήδη ξέρω αλλά φοβάμαι. πως ναι μου είχε πει όλα αυτά τα πράγματα και ότι θα είναι πάντα εκεί και ας μην το καταλαβαίνω, εγώ όμως το καταλάβαινα πάντα. Μου είπε πως τώρα έχεις κάποιον άλλο να δεις τον κόσμο μαζί της έτσι όπως πάντα ήθελα για σένα , να σε κρατάει μην πέσεις, αν και δεν νομίζω ότι μαζί της θα πέσεις ποτέ. Σηκώθηκε όρθιος και μου έδωσε το χέρι του για να με σηκώσει . Μου θύμισε ότι ποτέ δεν πρέπει να σταματήσω, και πως αν αγαπώ θα βρίσκω πάντα την δύναμη. Με πήρε αγκαλιά και έφυγε.

Με λένε  Κωνσταντίνο, είμαι 20 και ναι το ήξερα πάντα...

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Fade to black


Είμαι ο Κωνσταντίνος και δεν είμαι σίγουρος για το τι είμαι. Aπλά ξέρω ότι κάτι υπάρχει μέσα μου και το κρύβω, δεν μιλάω για αυτό αλλά είναι εκεί. Tο νιώθω να μου μιλά, να κινεί τα χέρια μου. Όταν όμως κινούνται τα χέρια μου έτσι μοναχά , έχω μια ένταση. Και ξαφνικά σιωπούν όλοι οι ήχοι μιας και οι αισθήσεις μου δεν χρειάζονται. Δεν θα θυμάμαι πολλά , έχει αυτός το τιμόνι, και εγώ απλά ξεμένω πίσω σε μια μισό-αρρωστημένη νάρκη.Όταν όμως ανάμεσα από θραύσματα και αλληλουχίες αφουγκράζομαι το γύρω μου , δεν καταλαβαίνω γιατί κατηγορώ αυτό μου το κομμάτι. Ήταν σχεδόν πάντα εκεί για μένα.Όταν έπεσα με σήκωσε με έντυσε, με αγκάλιασε και με τύλιξε στην μελάνη αγκαλιά του. Και το ορκίζομαι, όταν μου παίρνει τον έλεγχο κάνει τα πράγματα τόσο ομαλά για μένα. εγώ άπλα απολαμβάνω την διαδρομή και αυτός κινεί τα νήματα για μένα. Τίποτα και κανείς δεν με έχει αγαπήσει με τόση δύναμη, κανένας πότε δεν προσπάθησε να με κατακτήσει έτσι. Και εκεί είναι το πρόβλημα. Για αυτό έτρεχα να του ξεφύγω τόσον καιρό. Με έμαθε να ζω έτσι και τα μάτια μου συνήθισαν στα απόκρημνα σκοτεινά δωμάτια του. Μέχρι που σιγά σιγά έγινε ο κόσμος μου και μπορούσα να το δω. Δεν με νοιάζουν τα περαιτέρω. Έζησα όλα τα γλαφυρά συναισθήματα, όλες τις υπερτιμημένες γεύσεις και όμως τίποτα δεν με έχει εξιτάρει έτσι. καμία γυναίκα ,κανένας ποιητής, κανένας άνθρωπος. Κάνεις δεν μου έχει προσφέρει αυτό το στυγερό συναίσθημα που νοιώθω όταν αναβλύζει η ανάσα του από τα μάτια μου μαύρη και πηκτή , όταν το αίμα κυλά πιο γρήγορα στις φλέβες μου και ξεκίνα η βόλτα, όταν τα δόντια μου αρχίζουν να γίνονται κοφτερά και οι καρδιά μου χτυπά τόσο γρήγορα Και ,ναι , μπορώ να ακούσω το αίμα που χτυπά μέσα μου, τα χέρια μου να τρέμουν και την εναπομένουσα ψυχή να παραμιλά. Δεν ήταν πάντα έτσι. Πέρασαν χρόνια ολόκληρα προσπαθώντας να καταπιέσω αυτήν την ύπαρξη που κατοικεί στου μυαλού μου τα ενδότερα. Πλήγωσα το σώμα μου, πλήγωσα την ψυχή μου βασίστηκα στους ανθρώπους και πάντα αρνιόμουν όλα αυτά που εκκωφαντικά έσπαζαν την σιωπή στο πέρασμα τους. Μέχρι που έσπασα σε μικρά εκατομμύρια κομμάτια και έχασα τον δρόμο. Έλιωσα, σταμάτησα να είμαι σκληρόπετσος και δυνατός. Άρχισα να μολύνομαι με πράγματα όπως έρωτες και αγάπες και γλυκανάλατες παπαριές. Τόσον καιρό κοίταζα να αποβάλλω το μικρο μου τερατάκι και αυτό όταν με είδε με την μούρη στο πάτωμα με γέμισε γροθιές με σάπισε στο ξύλο , με σήκωσε ξανά και όπως τότε έκανε πόλι τα ίδια. Με αγκάλιασε για να με ντύσει, με τάισε και έδωσε στο καχεκτικό κορμί μου την δύναμη που χρειαζόμουν για να σταθώ ακμαίος και προκλητικός μπροστά από όλους και όλα, πάντα μοναχός μου. Για κάποιον λόγο με θέλει μόνο για 'κεινον λες και είμαι κάποιο παιχνίδι που άπλα δεν γουστάρει να μοιραστεί με τα άλλα παιδιά. Και μέτα από τόσον καιρό στέκομαι έκπληκτος στις προθέσεις του, στο τέρας που θέλει να με κάνει. Ίσως απλά να φτιάχνω πράγματα με το μυαλό μου. Ίσως έτσι να φεύγουν από πάνω μου οι ευθύνες. αλλά το σημαντικό είναι ότι δεν φοβάμαι . Δεν φοβάμαι για τίποτα και ανέναν. Και σίγουρα δεν φοβάμαι το μελανό μου κομμάτι πια. Μοναχός στροβιλίζομαι και περιστρέφομαι στου μυαλού μου τα ατάρατα  ύδατα. Δεν θα γίνω το τέρας που μου θέλει να γίνω. Έτσι λοιπόν δεν είμαι ούτε άνθρωπος ούτε κτήνος. Είμαι κάτι εντελώς καινούργιο με  τους δικούς μου κανόνες και νόμους . Είμαι κάτι που μόνο εγώ μπορώ να είμαι.
Κωνσταντίνος εκ σχεδιασμού.

 Ξέρεις πως με λένε, είμαι 20 και σιγά σιγά ξεθωριάζω σε κάτι άλλο.

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

And I think it's gonna be a long long time

Θα νομίζεις ότι σε ξέχασα. Ότι εντάξει πέρασαν χρόνια από τότε που σε άγγιξα τελευταία φορά και ότι δεν θυμάμαι το άρωμα σου ή το αγαπημένο σου τραγούδι πως με κοιτούσες και μου έλεγες πως αγαπάς. Το πώς σε κοιτούσα και στο έλεγα και εγώ. Και τότε έμοιαζε τόσο απλός ο κόσμος . έμοιαζε η ζωή απλή. Έμοιαζε η ψυχή σαν οίκος ακμαίος και ψήλος. Και πέρασαν χρόνια από τότε που σε αισθάνθηκα διπλά μου. Από τότε που ξυπνήσαμε μαζί. Τώρα πια δεν ξυπνώ μαζί σου. Απλά ξυπνώ. Και θα νομίζεις ότι σπάνια σε σκέπτομαι , και ότι η ζωή μου δεν αποφασίζεται πια από την δική σου πνοή. Ότι είμαστε δυο γνωστοί από τα παλιά. Ότι μοιραστήκαμε μια σχέση, ένα κρεβάτι, έναν ερώτα, ένα φιλί, και ότι απλά σάλπαρε το καράβι χωρίς εμάς μέσα. Δεν θυμάμαι πια ποιος φταίει. Φταίω εγώ, φταις εσύ ,φταίει η απόσταση , φταίνε οι άνθρωποι που δεν σταμάτησαν να μπαίνουν ανάμεσα μας, δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι πολλά. Θυμάμαι μόνο τα μαλλιά σου διπλά στα δικά μου, το γυμνό σου σώμα να μπλέκεται με το δικό μου και να χάνεται στο αχανές των κροτάφων μου. Γιατί εκεί ποια είσαι κρυμμένη. Εσύ με έμαθες να αγαπώ και χωρίς εσένα δεν ξέρω να το κάνω καλά. Δεν ξέρω να αντιδρώ. Και δεν αντιδρώ, είμαι και πάλι αδιαπέραστος και συμπαγής. Λες να με θυμάσαι; Να θυμάσαι ποσό σε αγάπησα με τι πάθος και τι δύναμη; Λες να διαβάζεις αυτά που σου έγραφα; Λες να θυμάσαι τα σ’ αγαπώ στα σκοτεινά και τότε που μιλάγαμε για το μέλλον και δεν μπορούσαμε να το φανταστούμε χωριστά; Αυτή είναι λοιπόν η ακραία φαντασία που γίνεται πραγματικότητα, που ενσαρκώνεται μέσα μου και ταλανίζει την ψυχή. Και η ψυχή ταλανίζει το σώμα, το κυνηγά και το σπρώχνει στα όρια του. Και εκεί ακμάζω, εκεί ζω εκεί κοιμάμαι. Ακόμα έχω τα κουτιά με τα πράγματα σου κάτω από το κρεβάτι μου. Φοβάμαι να τα πετάξω γιατί μια μέρα σκέπτομαι ότι θα με κοιτάς επικριτικά που πέταξα ότι σε θυμίζει. Και μετά θα γελάμε, και θα σε φιλώ. Θα σου φιλώ τα γόνατα και θα σε κοιτώ στα μάτια και εσύ θα με κρατάς αγκαλιά όπως τότε, όταν ήμασταν παιδιά. Δυο μικρά παιδιά που βρήκαν ο ένας τον άλλο σε έναν αχανή κόσμο και έγιναν το άλας του. Λες να με σκάφτεσαι ποτέ; Να θες να μου μιλήσεις; Να θες να με ξανά βρεις; Να θες να ξανακυλιστούμε στα σκοτεινά, του ερώτα τα απάτητα, εκεί που κάποτε σε είχα. Εκεί που πάντοτε θα σε έχω. Στο ένα μέρος που μπορώ να είμαι ελεύθερος. Στις μνήμες που μοιραστήκαμε μαζί.

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 20 και ένδοξος νιώθω που και που, μα δόξα πουθενά.