Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Fade to black


Είμαι ο Κωνσταντίνος και δεν είμαι σίγουρος για το τι είμαι. Aπλά ξέρω ότι κάτι υπάρχει μέσα μου και το κρύβω, δεν μιλάω για αυτό αλλά είναι εκεί. Tο νιώθω να μου μιλά, να κινεί τα χέρια μου. Όταν όμως κινούνται τα χέρια μου έτσι μοναχά , έχω μια ένταση. Και ξαφνικά σιωπούν όλοι οι ήχοι μιας και οι αισθήσεις μου δεν χρειάζονται. Δεν θα θυμάμαι πολλά , έχει αυτός το τιμόνι, και εγώ απλά ξεμένω πίσω σε μια μισό-αρρωστημένη νάρκη.Όταν όμως ανάμεσα από θραύσματα και αλληλουχίες αφουγκράζομαι το γύρω μου , δεν καταλαβαίνω γιατί κατηγορώ αυτό μου το κομμάτι. Ήταν σχεδόν πάντα εκεί για μένα.Όταν έπεσα με σήκωσε με έντυσε, με αγκάλιασε και με τύλιξε στην μελάνη αγκαλιά του. Και το ορκίζομαι, όταν μου παίρνει τον έλεγχο κάνει τα πράγματα τόσο ομαλά για μένα. εγώ άπλα απολαμβάνω την διαδρομή και αυτός κινεί τα νήματα για μένα. Τίποτα και κανείς δεν με έχει αγαπήσει με τόση δύναμη, κανένας πότε δεν προσπάθησε να με κατακτήσει έτσι. Και εκεί είναι το πρόβλημα. Για αυτό έτρεχα να του ξεφύγω τόσον καιρό. Με έμαθε να ζω έτσι και τα μάτια μου συνήθισαν στα απόκρημνα σκοτεινά δωμάτια του. Μέχρι που σιγά σιγά έγινε ο κόσμος μου και μπορούσα να το δω. Δεν με νοιάζουν τα περαιτέρω. Έζησα όλα τα γλαφυρά συναισθήματα, όλες τις υπερτιμημένες γεύσεις και όμως τίποτα δεν με έχει εξιτάρει έτσι. καμία γυναίκα ,κανένας ποιητής, κανένας άνθρωπος. Κάνεις δεν μου έχει προσφέρει αυτό το στυγερό συναίσθημα που νοιώθω όταν αναβλύζει η ανάσα του από τα μάτια μου μαύρη και πηκτή , όταν το αίμα κυλά πιο γρήγορα στις φλέβες μου και ξεκίνα η βόλτα, όταν τα δόντια μου αρχίζουν να γίνονται κοφτερά και οι καρδιά μου χτυπά τόσο γρήγορα Και ,ναι , μπορώ να ακούσω το αίμα που χτυπά μέσα μου, τα χέρια μου να τρέμουν και την εναπομένουσα ψυχή να παραμιλά. Δεν ήταν πάντα έτσι. Πέρασαν χρόνια ολόκληρα προσπαθώντας να καταπιέσω αυτήν την ύπαρξη που κατοικεί στου μυαλού μου τα ενδότερα. Πλήγωσα το σώμα μου, πλήγωσα την ψυχή μου βασίστηκα στους ανθρώπους και πάντα αρνιόμουν όλα αυτά που εκκωφαντικά έσπαζαν την σιωπή στο πέρασμα τους. Μέχρι που έσπασα σε μικρά εκατομμύρια κομμάτια και έχασα τον δρόμο. Έλιωσα, σταμάτησα να είμαι σκληρόπετσος και δυνατός. Άρχισα να μολύνομαι με πράγματα όπως έρωτες και αγάπες και γλυκανάλατες παπαριές. Τόσον καιρό κοίταζα να αποβάλλω το μικρο μου τερατάκι και αυτό όταν με είδε με την μούρη στο πάτωμα με γέμισε γροθιές με σάπισε στο ξύλο , με σήκωσε ξανά και όπως τότε έκανε πόλι τα ίδια. Με αγκάλιασε για να με ντύσει, με τάισε και έδωσε στο καχεκτικό κορμί μου την δύναμη που χρειαζόμουν για να σταθώ ακμαίος και προκλητικός μπροστά από όλους και όλα, πάντα μοναχός μου. Για κάποιον λόγο με θέλει μόνο για 'κεινον λες και είμαι κάποιο παιχνίδι που άπλα δεν γουστάρει να μοιραστεί με τα άλλα παιδιά. Και μέτα από τόσον καιρό στέκομαι έκπληκτος στις προθέσεις του, στο τέρας που θέλει να με κάνει. Ίσως απλά να φτιάχνω πράγματα με το μυαλό μου. Ίσως έτσι να φεύγουν από πάνω μου οι ευθύνες. αλλά το σημαντικό είναι ότι δεν φοβάμαι . Δεν φοβάμαι για τίποτα και ανέναν. Και σίγουρα δεν φοβάμαι το μελανό μου κομμάτι πια. Μοναχός στροβιλίζομαι και περιστρέφομαι στου μυαλού μου τα ατάρατα  ύδατα. Δεν θα γίνω το τέρας που μου θέλει να γίνω. Έτσι λοιπόν δεν είμαι ούτε άνθρωπος ούτε κτήνος. Είμαι κάτι εντελώς καινούργιο με  τους δικούς μου κανόνες και νόμους . Είμαι κάτι που μόνο εγώ μπορώ να είμαι.
Κωνσταντίνος εκ σχεδιασμού.

 Ξέρεις πως με λένε, είμαι 20 και σιγά σιγά ξεθωριάζω σε κάτι άλλο.

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

And I think it's gonna be a long long time

Θα νομίζεις ότι σε ξέχασα. Ότι εντάξει πέρασαν χρόνια από τότε που σε άγγιξα τελευταία φορά και ότι δεν θυμάμαι το άρωμα σου ή το αγαπημένο σου τραγούδι πως με κοιτούσες και μου έλεγες πως αγαπάς. Το πώς σε κοιτούσα και στο έλεγα και εγώ. Και τότε έμοιαζε τόσο απλός ο κόσμος . έμοιαζε η ζωή απλή. Έμοιαζε η ψυχή σαν οίκος ακμαίος και ψήλος. Και πέρασαν χρόνια από τότε που σε αισθάνθηκα διπλά μου. Από τότε που ξυπνήσαμε μαζί. Τώρα πια δεν ξυπνώ μαζί σου. Απλά ξυπνώ. Και θα νομίζεις ότι σπάνια σε σκέπτομαι , και ότι η ζωή μου δεν αποφασίζεται πια από την δική σου πνοή. Ότι είμαστε δυο γνωστοί από τα παλιά. Ότι μοιραστήκαμε μια σχέση, ένα κρεβάτι, έναν ερώτα, ένα φιλί, και ότι απλά σάλπαρε το καράβι χωρίς εμάς μέσα. Δεν θυμάμαι πια ποιος φταίει. Φταίω εγώ, φταις εσύ ,φταίει η απόσταση , φταίνε οι άνθρωποι που δεν σταμάτησαν να μπαίνουν ανάμεσα μας, δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι πολλά. Θυμάμαι μόνο τα μαλλιά σου διπλά στα δικά μου, το γυμνό σου σώμα να μπλέκεται με το δικό μου και να χάνεται στο αχανές των κροτάφων μου. Γιατί εκεί ποια είσαι κρυμμένη. Εσύ με έμαθες να αγαπώ και χωρίς εσένα δεν ξέρω να το κάνω καλά. Δεν ξέρω να αντιδρώ. Και δεν αντιδρώ, είμαι και πάλι αδιαπέραστος και συμπαγής. Λες να με θυμάσαι; Να θυμάσαι ποσό σε αγάπησα με τι πάθος και τι δύναμη; Λες να διαβάζεις αυτά που σου έγραφα; Λες να θυμάσαι τα σ’ αγαπώ στα σκοτεινά και τότε που μιλάγαμε για το μέλλον και δεν μπορούσαμε να το φανταστούμε χωριστά; Αυτή είναι λοιπόν η ακραία φαντασία που γίνεται πραγματικότητα, που ενσαρκώνεται μέσα μου και ταλανίζει την ψυχή. Και η ψυχή ταλανίζει το σώμα, το κυνηγά και το σπρώχνει στα όρια του. Και εκεί ακμάζω, εκεί ζω εκεί κοιμάμαι. Ακόμα έχω τα κουτιά με τα πράγματα σου κάτω από το κρεβάτι μου. Φοβάμαι να τα πετάξω γιατί μια μέρα σκέπτομαι ότι θα με κοιτάς επικριτικά που πέταξα ότι σε θυμίζει. Και μετά θα γελάμε, και θα σε φιλώ. Θα σου φιλώ τα γόνατα και θα σε κοιτώ στα μάτια και εσύ θα με κρατάς αγκαλιά όπως τότε, όταν ήμασταν παιδιά. Δυο μικρά παιδιά που βρήκαν ο ένας τον άλλο σε έναν αχανή κόσμο και έγιναν το άλας του. Λες να με σκάφτεσαι ποτέ; Να θες να μου μιλήσεις; Να θες να με ξανά βρεις; Να θες να ξανακυλιστούμε στα σκοτεινά, του ερώτα τα απάτητα, εκεί που κάποτε σε είχα. Εκεί που πάντοτε θα σε έχω. Στο ένα μέρος που μπορώ να είμαι ελεύθερος. Στις μνήμες που μοιραστήκαμε μαζί.

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 20 και ένδοξος νιώθω που και που, μα δόξα πουθενά.

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Blame it on my own sick pride

Έτσι κυλάνε οι μέρες ,λοιπόν. Mυρίζουν τις νιώθω να κινούνται ανάμεσα από τα δάχτυλα μου και μια καινούργια ράτσα βγαίνει από τα σωθικά , ξεσηκώνει το δέρμα και ακούω μέσα στα ενδότερα τις σκέψης μου το αλλού να με καλεί. Και είναι όπως παλιά , σου λέω ρε. Eτσι όπως τότε ένιωθα ντροπή για τα όσα κάνω για το ότι δεν νιώθεις περήφανος άλλα να σου πω κάτι; Μοναχοί μας μείναμε στην παράγκα να κοιτάμε από ψηλά την γη , μικροί ονειροβάτες της πιο ακραίας πραγματικότητας, Πενιχροί και ωραίοι. και έρχεται η καταιγίδα, με ταυτίζει στην βροχή της και ξυπνάω σιγά-σιγά  το νιώθω σου λέω να ανεβαίνει από την πλατή μου , αυτήν την φορά χωρίς μούσα χωρίς έμπνευση, όχι. Αυτήν την φόρα γύρισε για αίμα. Δεν ξέρω κατηγόρησε τους εθισμούς μου, κατηγόρησε ο,τι θες. Άλλα όταν έρχεται η νύχτα θυμάσαι πως είναι; να νιώθεις την σάρκα να κινητέ μονάχη της και την ψύχη δακρυσμένη να σε παραδίδει στο λογικό και ξαφνικά κάπου είσαι, κάπου βρίσκεσαι και τα πίνεις μετ' ωραίων παρουσιών έτσι για να γεμίσεις το βράδυ με κάτι πέρα από φωνές. Λες να την κάναμε καλά την δουλεία; Λες να μην είμαστε παράλογοι , άπλα φυσικοί; Από φύση και ορισμού ταραγμένοι στα βαθύτερα ύδατα; Λες; Λέω να πεις και να γυρίσεις, να αφήσεις τις μαλακίες ξέρω ότι εισαι κάπου μέσα στον νου μου και ότι καραδοκείς και περιμένεις δεν ξέρω και 'γω τι. Μάλλον είσαι πάντα εκεί και εγώ δεν σε βλέπω. Μαλλον είσαι στο κάθε τσιγάρο που ανάβει και στο κάθε τσιγάρο που σβήνει, μάλλον βλέπεις κάθε τι άλλα με αφήνεις να βρω το δρόμο μου. Ετσι δεν με έλεγες παντα, le petit garcon perdu? Τι να σου πω μπορεί και να είμαι. μπορεί και όχι. Το μονό που θυμάμαι πια είναι η μικρή σταγόνα χολής που χάνεται στην κόρη , νταν ανοίγει το μάτι και κοκκινίζει και ροδίζει και κλείνει από ηδονή σε κάποια γωνία μοναχός σαν είμαι. Ισως να τα βλέπεις όλα. Ίσως να είσαι εκεί και να κουνάς το κεφάλι, απογοητευμένος. Ίσως να μην φοβάσαι γιατί είχες πάντα την απάντηση σαν κομπολόι ανάμεσα στα δάχτυλα σου. Ίσως τίποτα ίσως και όλα. Και 'γω πλέω. Έτσι δείχνω την αγάπη μου και συνεχίζω την κληρονομία σου στους δρόμους στην πόλη στην κάμαρα και ανάμεσα στους κροτάφους μου. Πυκνή και νοσηρή η κατάσταση μας , στο λέω  στο λέω κανε κάτι γιατί νιώθω την  νέα ράτσα να βγαίνει από μέσα μου. Νιώθω τα δόντια μου κοφτερά, τα νύχια μου γαμψά και με τα ματιά ρόδινα και θολωμένα είμαι μονός μου ακροβάτης.
και ακροβατώ, παραπατώ και σκοντάφτω και ταλανίζομαι γύρω από το σχοινί μα δεν με βλέπω να πέφτω ακόμα.


Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 20 και connection lost.

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

If you ever really wanna get lost, then follow me

Και να φανταστείς ότι νόμιζα πως είχα χάσει την δύναμη, ότι η πνοή είχε φύγει και ότι η πένα καλά την άραζε μέσα στο συρτάρι δίπλα στο απαγορευμένο κουτί που κρυβόταν το εγώ. Και σαν φευγαλέα εικόνα έμεινα μοναχός και δεν έχασες χρόνο  ξεπετάχτηκες από το κουτί, με τα δόντια σου κοφτερά όσο τότε. Λες και δεν πέρασε μια μέρα λες και δεν αλλάξαν οι παραστάσεις λες και μείναμε εκεί. λες και ο χρόνος σταμάτησε  έτσι μόνο για να μας κοιτά.Και ξαφνικά βρέθηκα μέσα σε όνειρο να περπατώ έξω από το σπίτι που ζούσα μαζί της. Που ξυπνούσα διπλά της και κοιμόμουνα αγκαλιά της, μα ήταν  αδειανό από μας , από όλα αυτά που κουβαλάγαμε, από τα πάντα. Άπλα μπήκα από την ανοιχτή εξώπορτα και προχώρησα ατενίζοντας ένα ένα όλα τα δωμάτια και κοιτάζοντας πόσο σε αγάπησα σε κάθε ένα ξεχωριστά. Στο τέλος του διαδρόμου ,εκεί που σε κοίμιζα αγκαλιά μου δεν είχε τίποτα, ούτε κλίνη ,ούτε αγάπη ,ούτε στοργή. Κενό, με μοναδική εξαίρεση  έναν καθρέπτη που ξέμεινε εκεί να αντικατοπτρίζει όλα εκείνα που έγιναν εκεί. το πόσες φορές σου είπα σ'αγαπώ μπροστά του και πόσες φορές με έπιασα να ξυπνάω γελαστός. Όταν τον κοίταξα δεν είδα το είδωλο μου όμως. Είδα εκείνον να με κοιτά μέσα από το ασημί. Δεν μίλαγε απλά κοιτούσε ζοφερός όπως τότε και τρομακτικός αρκετά για να με κάνει να γονατίσω. ''Με θυμάσε;'' μου είπε. στην αρχή αρνήθηκα και αρνιόμουν να του απαντήσω, μέχρι που η ερώτηση άλλαξε: ''Πώς με λένε;''. και τότε βρήκα ανάμεσα στα τρεμάμενα χείλη μου την δύναμη να απαντήσω : ''Το ξέρω το όνομα σου, στοιχειό σε αυτό ακούω και'γω!''. Τότε μου χαμογέλασε και συνέχισε να μιλά: ''ποσο πίστευες ότι θα κράταγε,ε; Πεντε μήνες, δέκα μήνες ένα  χρόνο; Μετά πάλι στην δικιά μου αγκαλιά θα γυρνάς και εμένα θα θυμάσε σαν τον σκοτεινό σου πατέρα, αδερφό και γιο. Εγώ ήμουνα πάντα εκεί, αυτή που ήταν; Πού ήταν όταν σου χτύπαγα το τζαμί και βραδύ πριν κοιμηθείς; Ναι, τότε που άρπαζες το κινητό να της πεις ότι την αγαπάς. και νόμιζες ότι αυτό  θα σε σώσει ε; Νόμιζες  ότι  λίγες λέξεις θα'ταν ότι χρειάζεσαι για να με κλειδώσεις πίσω στο κλουβί μου, σωστά; ότι εγώ θα υπακούσω σε σένα και ότι μια μέρα θα είσαι ελεύθερος να γίνεις και εσύ άνθρωπος. Ότι  κάποτε θα την αγκαλιάζεις χωρίς να φοβάσαι ότι θα την πληγώσεις και ότι θα πληγωθείς. Ότι θα την κοιτάς χωρίς να ντρέπεσαι για αυτο που είσαι. 'Ομως δεν μπόρεσες να την κρατήσεις, ούτε να την κοιτάξεις, ούτε να την αγκαλιάσεις.'' Σχεδόν σπασμένος σαν ήμουν και ζαλισμένος ελαφρώς μέσα στην στροφή την βίαιη του δωματίου σήκωσα δειλά το κεφάλι μου και τον κοίταξα λες και την είχα πλάι μου, γεμάτος δύναμη και με σχεδόν σταθερή φωνή του απάντησα: ''Δεν έχει τελειώσει ακόμα, αυτήν την φόρα θα μείνεις εκεί πίσω από το ασήμι , πίσω και μακρυά από μένα ,σαν σκιά θα σε εξοντώσω και με τα αρώματα της θα σε βγάλω από την ψυχή! θα σηκωθώ με το δικό της χαμόγελο και θα σε πατάξω! Με την δικιά της πνοή θα σε ξορκίσω! Και το δικό της χέρι θα σε ξεριζώσει από μέσα μου σαν ασθένεια που βρίσκει τη γιατρειά της θα χαθείς πίσω σε όποια γωνιά του μυαλού μου γεννήθηκες, και γω θα ξαναγίνω άνθρωπος!'' Μα πριν τελειώσω την πρόταση πετάχτηκε από τον καθρέφτη σκορπώντας τον παντού και σε μια έκρηξη βιας με έπιασε από τον λαιμό και μεγαλύτερος σαν ήταν από μένα με  σήκωσε τόσο που τα πόδια μου δεν άγγιζαν το πάτωμα. Κοίταξε το μελανιασμένο μου πρόσωπο, και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων ούρλιαξε με μια φωνή κολασμένη και σκοτεινή όσο βαριά:''ΞΥΠΝΑ ΜΑΛΑΚΑ ΕΦΥΓΕ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΣΕΝΑ''! Θα σε φάω θα σε μασήσω και τα κόκαλα σου θα φτυσω να τα κάψει το φως της μέρας που ποτέ δεν είδες. Θα σε ξεγυμνώσω και θα σε πετάξω στα σκυλιά! Σκόνη θα σε κάνω και θα σε αφήσω πάνω της, εκεί να βλέπεις την ευτυχία της και εσύ να πονάς που δεν είναι η μισή δική σου. Kαι όταν νομίζεις οτι θα τελειώσει θα σου δείχνω όλα όσα έζησες μαζί της, όλα όσα έχασες εξαιτίας μου!''. Προσπάθησα να παλέψω, αλήθεια, καθώς  ένιωθα την ζωή να γλιστρά σιγά σιγά από μέσα μου και να χύνεται στο πάτωμα που κοιμόμασταν κάποτε. Σε μια προσπάθεια να ξεφύγω άρχισα να τινάζομαι και άνοιξα το στόμα, κοίταξα ψηλά και για 2 δευτερόλεπτα ήμουνα ξύπνιος και όρθιος μέχρι που ένιωσα το χέρι του να με τραβά πίσω στο όνειρο. Άρχισε να σφίγγει την θηλιά που είχε κάνει με τα χέρια του και με χλεύασε λέγοντας:''ειναι το μαχαίρι που σε πονά ή η πλοκή;''. Τότε σταμάτησα να τινάζομαι και πέταξε το τσακισμένο μου κορμί μακρυά. Και ξαφνικά, έτσι για λίγο, νόμισα ότι σε είδα. Σε είδα πεσμένος κάτω, σπασμένος και σχεδόν νεκρός. Και σου χαμογέλασα  σηκώνοντας το χέρι μου για να βρει το δικό σου. Μα μπήκε εκείνος μπροστά και μου είπε:'' Δεν είναι εδώ, αλλά τι να έκανα, αν φύτευα λίγη ελπίδα μέσα σου τότε θα ειχα  κάτι να τσακίσω. και κούνησε το χέρι του και έσπασες σαν καπνός. ;Άρχισε  τότε να με γροθοκοπαει και να σκάβει το στερνό μου με τα χεριά του λες και ήθελε πάλι να μπει μέσα. Έπεσε το κεφαλι μου και είδε στην πόρτα της κουζίνας τον μικρο μου εαυτό δεν θα ήμουν πάνω από 5 χρονών, να κλαίει και να φοβάται. Επειτα, με σήκωσε, με πέταξε αλλού και ήρθε από πάνω μου να συνεχίσει το βάρβαρο έργο του. Και τότε σε ξαναείδα να μου γυρνάς την πλάτη και να φεύγεις. Μονό τότε δάκρυσα. Όταν πια βαρέθηκε έκατσε στην γωνιά να κάνει ένα τσιγάρο να ξεκουραστεί. Έγω  ακόμα ήμουνα μισοπεθαμένος και αιμόφυρτος στο πάτωμα όταν τον άκουσα μέσα από την θολούρα μου να μου μιλά. ''Φσιτ ε, μ'ακους; Πώς με λένε;'' με ρώτησε.  Του απάντησα τραυλίζοντας όπως και πριν. και όταν πήρε την απάντηση του με ξαναρώτησε:''και τι είμαι;''. Τότε  γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη και ξέσπασα σε λυγμούς. και αφού δεν άκουγε την απάντηση μου φώναξε από την γωνιά του:'' ΤΙ ΕΙΜΑΙ;''. Λύγισα όμως αυτήν την φορά,  έσπασα και του απαντησα'': Το σκοτάδι μου.'' .''Ετσιι'', είπε γελώντας με ικανοποίηση και αφήνοντας τον καπνό να φύγει από το στόμα. Και τότε έχασα τις αισθήσεις μου και ξύπνησα στο κρεβάτι μου, με το σώμα μου ακαιρεο και όλες τις μνήμες εκεί στου μυαλού μου τα απόρθητα

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 20 και επέστρεψα

.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

When you kiss me, heaven sighs And though I close my eyes...

Κάποτε ήμουνα ωραίος,ακμάζων, ημιτελής και περιστρεφόμενος ήρωας μια προσωπικής ιστορίας, ένας περιπλανώμενος παλιάτσος,  κάτοχος της πένας που τόσο πίστα υπηρέτησα στην ζωή μου. Όμως μια μερα γνώρισα την ήπια ,την ήρεμη ,την μούσα την ωραία την μικρή τσαχπίνα πριγκίπισσα των χειμωνιάτικων φαντασιώσεων μου στο χιόνι . Και έτσι μια νύχτα του Φλεβάρη ξεκίνησα να σολάρω στους δρόμους σε μια ζωή ροζ, όμορφα νοθευμένη και κατέληξα κάτω από της όμορφες άυλες του κάστρου που τη φύλαγαν κρυμμένη από την απέραντη και ασύμμετρη αγάπη που είχα και έκρυβα μέσα στα στήθια για εκείνην. Μέσα μου όμως μίλαγαν οι μνήμες και ερμήνευαν σκηνές λες και ήταν από κάποιο μιούζικαλ βγαλμένες . Έφτασα λοιπόν  Ρωμαίος κλασσικός κάτω από το σπίτι της  το πανώριο και μίλησα  μυριάδες λέξεις στο ρυθμό της νυχτιάς εκείνης , μοναχός χόρευα με τα μάτια κλειστά και στοχαζόμενος την εικόνα της να κυλάει στο μυαλό μου. Και εκεί που μας έχασε η νύχτα στην άτσαλη περιστροφή, ξύπνησαν τα όνειρα μου τα αμέτρητα και την κατέβασαν από τον πανύψηλο Πύργο που σφραγισμένη την είχαν και  χωρίς αναστεναγμούς ή άλλους λοιπούς συναισθηματισμούς ξετυλιχτήκαμε σε χορούς που δεν θύμιζαν την εποχή μας. Τα δικά της μαγούλα ροδοκοκκίνιζαν στον άνθος της νύχτας και εγώ σαν σωστός καβαλιέρος έδωσα το χέρι μου ως μονάκριβη πρόσκληση σε ένα μαρτύριο για δυο που από τα βαθύ της αρχαιότητας ονομάστηκε έρως. Στα πέπλα λοιπόν του μικρού θεού  ξετυλίχτηκε η νύχτα και σιγά σιγά , δειλά δειλά έφτασε η μικρή ντροπαλή κορασίδα κοντά στα χεριά μου. Xωρις λοιπόν να χάσω χρόνο την τράβηξα και χαθήκαμε στους ήχους της σκηνής εκείνης της ροζ που ομιλάγανε κάποτε τροβαδούροι πλανόδιοι ερμηνευτές του συναισθήματος και ξεσήκωναν τις φαντασίες με τις περιπέτειες του τελευταίου ζωντανού θεού.
''ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΣΑ''  της φώναζα καθώς η νύχτα την τραβάτε κοντά μου και χανόμασταν στην συστολή του Ήλιου και στους όμορφους και ανάλαφρους ήχους της τρομπετας που έπαιζε ο μορφέας για τον χορό μας. Ήταν ένας χορός μαγικός και σχεδόν εξωτικός.
Ακόμα μαίνεται και απρόβλεπτος καθώς τον γεννήσαμε έτσι θέλησε να παραμείνει μια ασύμμετρη μάζα ερώτα στα χέρια μας που τακτικά εξελίσσεται στο μικρό ταλαντούχο συναίσθημα που κάποτε ονομάσαμε στα κρυφά και ορκιστήκαμε το όνομα του.

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 19 και κάπως έτσι έμαθα να κοιτώ προς την μεριά του ουρανού

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Well I feel like she's talking in a language I don't speak...

Και πάλι εδώ, λες και δεν φύγαμε ποτέ. Eσύ εκεί , να μιλάς και εγώ να πνίγομαι στις λέξεις, σαν παιδί να προσπαθώ να αγγίξω την απουσία και μέσα από κάποια φειδωλή ανάμνηση να συνθέσω κάτι. Και κομπιάζω,λες και δεν μπορώ να γράψω λες και δεν έμαθα ποτέ.Άλλα έτσι δεν ήμασταν πάντα; Εγώ να προκαλώ την ομιλία σου και εσύ να με βλέπεις να τυλίγομαι στις φλόγες και έπειτα να αναβλύζω από τις στάχτες μου αφήνοντας πίσω το παλιό μου δέρμα. Αέναη η χημεία που καταντά εκρηκτική,σχεδόν εθιστική μα πάνω απ' όλα βαθιά ριζωμένη στου στέρνου τα απάτητα. Δεν μιλάς ε; Σαν πως μίλαγες ποτέ; Πάντα εγώ μίλαγα, εσύ απλώς κοίταζες, με γονάτιζες και έπειτα με παρατηρούσες αμέτοχη να περιστρέφομαι , να ξεκολλά η ανθρωπιά από το δέρμα και να καταλήγω στην μορφή που προορίστηκε για μένα, κοφτερή σαν λεπίδι και σκοτεινή σαν έρωτας ανεκπλήρωτος, τακτικός παρατηρητης των πάρε-δώσε σου με τους άλλους. Δεν είναι αληθινό αυτό, δεν είναι η θέρμη του σώματος μου αυτή. Γιατί έγινα έτσι ψυχρός, σαν να τρέμει το είδωλο μου κάθε φορά που με παρατηρώ σε κάποιον καθρέπτη; Άλλα έτσι με έμαθες να ζω. Εσύ να μου ψιθυρίζεις ανάμεσα από τις σκιές, είσαι δεν είσαι εκεί, και εγώ να υποτάσσομαι στον λόγο, σου στην βούληση σου λες και είμαι παιδί ακόμα και τώρα μαθαίνω να ξεχωρίζω το χαστούκι από το χάδι. Και κάποιες φορές πραγματικά αναρωτιέμαι πως θα ήταν άραγε ο κόσμος εκείνος που όσα έχω απαρνηθεί και πλέουν στο άγνωστο θα αποκαλύπτονταν και θα γνώριζαν την επιφάνεια. Αλλά μάλλον δεν θα μάθω ποτέ. Ζω την ζωή μου έτσι όπως την ζω. Και η επιβίωση αγιάζει τα μέσα.

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 19 και...αυτά.


Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Gold hidden by rock and sand

Κάποιες φορές απλά στέκομαι . Δεν κινούμαι, δεν μιλώ, δεν αναπηδώ εδώ και εκεί, όχι. Είμαι άπλα ακίνητος και δεν θα πω ψέμματα κάθε φόρα που αυτό γίνεται τείνω να βλέπω την ευτυχισμένη εκδοχή της στιγμής εκείνης να εκτυλίσσεται μπροστά μου τόσο ρεαλιστικά που σχεδόν μπορώ να αντιληφθώ την στιγμή και να ασπαστώ το συναίσθημα της. Και έτσι αυτή η στιγμή δεν είναι σαν τις άλλες. Αν και είναι 3-4 δευτερόλεπτα την φόρα είναι εκείνη η στιγμή που με τρομάζει πιο πολύ, γιατί άρχισα να συνειδητοποιώ ποσό άδειος είμαι. Πόσο σκυλί είμαι. Ένας μικρός, πενιχρός και τρομαγμένος σκύλος, μια ζωή κρύβομαι στις σκιές μιλώντας για τις καλύτερες μέρες που θα έρθουν και όμως όταν κάποτε φτάσουν, εγώ δεν θα είμαι εκεί. Εγώ δεν θα είμαι στον παράδεισο που σχεδίασα για μένα. Θα γυρεύω μια άλλη κόλαση που θα κινεί τα νήματα μου. Θα τριγυρνώ εδω και εκεί και θα πηγαίνω από τζάμι σε τζάμι βλέποντας όλα αυτά που ζητούσα άλλα δεν ειχα το θάρρος να αδραξώ, ένα κομμάτι ζωής ανα βιτρίνα. Και έτσι ίσως να είναι για μένα. Αφού δεν μπορώ να αλλάξω τον εαυτό μου σε κάτι καλύτερο τότε θα μείνω εκεί που ξέρω να στέκομαι καλύτερα. Θα είμαι παντα πίσω από το τζάμι και θα βλέπω το καινούργιο και αλλιώτικο να εισβάλλουν στην ζωη μου στην σφαίρα της φαντασίας όσο εγώ, ζεστά ζεστά και ''ακμαζων'' αρκετά θα είμαι στο κρύο έξω από το τζάμι και θα φοβάμαι να γίνω πραγματικός μέσα εκει. Και εκεί εκτυλίσσεται για μένα το καλύτερο πιθανό μέλλον. Η Ευτυχία που τόσο αγνά υμνούσα κάποτε ,πότε δεν αργούσε στα ραντεβού μας. Πάντα εγώ αργούσα. Πάντα εγώ ήμουν εκείνος που τρόμαζε στο άπιαστο και χάνονταν στο μέτριο.
Εκεί λοιπόν είναι η θέση μου, ανάμεσα στις θέσεις άλλων ανθρώπων , η δίκη μου στάση είναι ο δρόμος και ο δρόμος συνεχίζει.

Ή όχι;

Με λένε Κωνσταντίνο, ειμαι 19 και ο δρομος μου ειναι ακομα στην αρχή