Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Such imagination seems to help the feeling slide, I'll take it by your side...

Kαποτε σηκωθηκε απο την θεση του και σταθηκε στα δυο του ποδια. Tην κοιταξε στα ματια και χαθηκε στο αχανες και απροβλεπτο τις ιριδας, στην συστολη της ατσαλης κορης και στην διατολη της ψυχης. Tης εκανε νοημα να τον ακολουθησει και εκεινη απλως υπακουσε. Πλησιασαν το νερο και εκεινος χαθηκε στην αλμυρα λες και δεν γεννηθηκε στο αχανες, λες και η θαλασσα του ηταν ενα μυστικο καλα κρυμμενο απο ανθρωπους και ιστορια. γδυθηκε για να ειναι γυμνος μπροστα της. Δεν αφησε τα ρουχα του και τον πολιτισμο του, απλως αφησε την ψυχη του ανοικτη, σαν σκοτεινη μικρη μαζα που δακρυζει φως όποτε τον στραβοκοιτουσε εκεινη.
Οπως και τοτε ετσι και τωρα πιαστηκαν και ανακατεψαν τις ψυχες τους. Εκεινος ηταν ο μισος μεσα στο νερο ενω εκεινη διασταζε. Και ετσι τραβηχτηκε εξω, την πλησιασε και την εκρυψε στην αγκαλια του, ο πενιχρος και σκοτεινα ονειρευομενος πριγκηπας ασπαστηκε το τριανταφυλλο του και αφησε τους ηλιους να κινουνται γυρω τους για αιωνες. Περνουσε ο καιρος περνουσαν οι ανθρωποι και ακομα εκεινη ζουσε στα χερια του και ο αλλοτε αρμενιζων αρχων τωρα γονατιζε μπροστα σε κατι το ανωτερο που λυγιζε το κορμι του και σφυρηλατουσε απο την αρχη την ψυχη, οπως οταν ηταν μικρος και μαθαινε να κρυβεται απο τα βλεμματα για να νιωθει ασφαλης στην μοναξια του. Και μετα απο αιωνες κρυμμενη στην αγκαλια του αποφασισε να φυγει. Τρομαγμενος της επιασε το χερι για να την συρει και να την κρυψει στα νερα, να την σωσει απο τον δυοντα ηλιο και το αμειλικτο του χρονου. Και τραυλιζοντας την σκεψη του της ειπε να καθισει στην αμμο. Αυτη αρνηθηκε μα στα ματια της φαινονταν η φλογα εκεινη που αγκαλιαζε το σωμα του μεσα στους αιωνες, οπου ενας ανθρωπος εζησε χωρις αλλους , χωρις αλλον ερωτα ,χωρις τροφη ,χωρις νερο και παλεψε με το γηρας για να μπορει να στεκεται διπλα της ακμαιος σαν εκεινη. Ω ναι, ηταν ακμαζουσα, μια μικρη αιθερια απολαυση που απιαστη σαν ειναι μου εμαθε και μενα να χανομαι στον στροβιλο της σκεψης, στην δινη του συναισθηματος που ισως να ειχα ξεχασει να αισθανομαι. γονατισαν και οι δυο και εκεινη ξαπλωσε κοντα του και αρχισε να τερπει τα ματια του σαν μουσα που γνωριζε ουσια σαν ιδεα που κινηται αναμεσα στα δαχτυλα του και απλως συνεχιζει να του ξεφευγει οποτε αποπειραται να την κανει δικη του. Ετσι και εκεινος ξαπλωσε και αρχισε νωχελικα να εξερευνα το κορμι της, ποτε με τα χερια, ποτε με την γλωσσα και ενιοτε με τον νου. Τα ματια του ηταν κλειστα. Δεν τον ενοιαζε καθολου μιας και καιρο τωρα ευτη βασιλευει στο νοερο της σκεψης του. Και μειναν εκει, μεχρι που τελειωσαν τα χρονια , μεχρι που σωπασαν οι καιροι και η νυχτα τους εκανε δικους της. Τοτε σηκωσε το χερι του και της εδειξε τον ουρανο. '' Εγω θα σου μαθω να κοιτας τα του ουρανου τα κοσμηματα και εσυ πως να ειμαι ανθρωπος'' σκεφτηκε και της μαθαινε για τον Τοξοτη και τον Σκορπιο, μα εκεινη δεν μπορουσε να τους δει, γιατι η νυχτα ηταν ακομη νεα και τα ψηγματα του ηλιου που κυριαρχουσαν στην δυση της εκρυβαν τον ουρανο. εκεινος απλως γελασε και την φιλησε τον λαιμο. Εκεινη δεν μιλησε απλως αγγιξε τα ποδια της για να κρυψει την ανατριχιλα. Αν κοιταζε σωστα και μπορουσε να δει και τον Τοξοτη και τον Σκορπιο τοτε θα κοιταζε και μεσα στα ματια του το ειδωλο της και ετσι ισως καποτε μαθαινε το αληθινο βεληνεκες της φυσικης και αρχεγονης ομορφιας της. Μα δεν το κανε. Σηκωθηκε και του ψιθυρησε οτι ειναι ωρα να φυγει. Και εκεινος απλως δεν της το αρνηθηκε αλλο, πηρε αυτος την πορεια του και αυτη την δικη της και χαθηκαν στην ωριμανση της νυχτας και στην απαστραπτουσα ιδεα που ειχε απομνημονευσει αυτος απο εκεινους τους καιρους που εκεινη ζουσε μαζι του,που ζουσε στα χερια του...

Με λενε Κωνσταντινο, ειμαι 19 και αυτο συνεβη στα αληθεια...

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

''She’s quite the talker she creeks and moans, she keeps me up..''

Ήρθε κάπως απότομα αυτό το καλοκαίρι. Έτσι όπως του έπρεπε να εμφανιστεί για να ξεπλύνει τις ζοφερές και ξεθωριασμένες μνήμες από τα προηγούμενα. Αρχίζοντας και φέτος το καλοκαιρινό βολτάρισμα πέρασα έξω από ένα σπίτι. Έναν οίκο που κρύβει μυστικά, σαν έμενα. Που κάποτε μεγαλοπρεπής καλωσόριζε την μέρα και τώρα ξεχασμένος από ανθρώπους και ιστορία έχει αράξει στις νύχτας την άκρη και μετράει τις αυγές, νιώθει το μέσα του να θρυμματίζεται από τα τις φύσης τα απλησίαστα. Λες να ευελπιστεί και αυτός σε ένα καλύτερο αύριο; Ίσως. Έτσι άλλωστε πρέπει να πιστεύει, αυτό του αρμόζει, να ελπίζει στο καλύτερο και να χάνεται στο μέτριο, να μάθει το κορμί να συμβιβάζεται και το πνεύμα να πέτα. Γιατί μου είπαν ότι όσο υπάρχει αέρας μπορούμε να πετάμε.Και από σήμερα επιλέγω να πετώ και να χάνομαι όπως είπε και ο Ελύτης ''στων βράχων το απλησιαστο''. Μια θα με βρεις εδώ, μια εκεί, ανάλογα με τους καιρούς μιας και σπίτι δεν γνωρίζω και η νύχτα καθορίζει το πρωινό μου. Και ας μου βγει και σε κακό, άλλωστε όταν πια θα κρυφτώ από αυτόν τον κόσμο και θα τον αφήσω να πάρει την ρότα του θα μπορώ να πω πως έμαθα να ζω και αν με κρύψανε οι σκιές ειναι γιατι καποια ανθη ανθιζουν την νύχτα και εκεινα ειναι που δεν θα μυρισεις ποτε στις ομορφες εικονες που εχεις σχηματησει για την ευτυχια. Θα εξερευνω το πρωι και το βραδυ θα εξιστορω αυτα που ακουσα και ειδα αναμεσα στα θηρια και ετσι θα γεμιζω της μερες μου, αληταρια που ξεμενει και μιλα για την ζωη απο την αδεια γαλαρια ενος μεταμεσονυχτιου λεωφορειου. Και ισως μια μερα να μπορω και γω να εναρμονιστω στο χαος τον ανθρωπων και να κοιμαμε μαζι τους αντι να νυχτοπερπατω, να αισθανομαι και να χαραζω το ξυλινο δερμα και να ματωνω απο χαρα για το περιεργο και ακατεργαστο της φυσης της ανθρωπινης. Ποντος ενας για το ξυλινο παιδι.
 
Με λενε Κωνσταντινο, ειμαι πλεον 19 και ειμαι εδω για να μιλησω για την ομορφια της μεταλλαξης.

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Summer Rose (Part 4)

Ξεμεινα πισω λοιπον στους γρηγορους ρυθους απορροφηκε η σαρκα μου και η ψυχη εμεινε μετεωρη, οπως ο κατοχος της, αφεθηκε στην δικη της αληθεια, εστερνιστηκε το οξυγονο και με τυλιξε στο κοκκινωπο κουστουμι για να ξεφυγω απο τα ματια της και να χαθω στην αρμονικη μου συνυπαρξη. Ετρεχα χωρις τελειωμο στις κραυγες και πιωμενος αρκετα παραπατωντας στο σχημα ενος σταβου 8 εμεινα εκει που γεννιουνται οι ιστοριες. Και σε καποιο πεζοδρομιο εξελιχθηκα, ο αρμενιζων πριγκηπας ασυμφορος και απρεπης, Κωνσταντινος εκ σχεδιασμου χανομαι στο τακτικα σχεδον πια στο στρυφνο της ατμνοσφαιρας απο την οποια ξεπροβαλε σαν πειρασμος , οχι ηθικος ή τιποτα αλλο παρεμφερες, πειρασμος γνωστος με οστα και λειο δερμα που με σαρκικες ματιες αποσκοπει στην αναστατωση της νοτιας χωρας και στις σχετικες βλακωδεις αν και εξαιρετικες πραξεις που γινονται στα σκοτεινα, πραξεις που στρωνουν το κρεβατι για να το ξεστρωσεις. Και ξαφνου φτασαν τα στοιχειά σαν χορος τραγικος να δωσουν στην ωδη αυτη το ακροατηριο που της αρμοζει, ακροτατηριο που μπορει να ασπαστει, που γυμνο απο φραγμους ηθικους ειναι ετοιμο να κυλιστει στον βουρκο που βρισκει σπιτι στην μεθη. Ετσι σηκωθηκαν αναιδεις απο ορισμο και γεννα και γδυναν την νυχτα απο σκοταδι με φωτιες και φλογες που τα χερια μου προσπαθουν να ασπαστουν . Πριν ομως τα πυρινα χειλη τους αγγιξουν τα χερια μου αναζητησα την σωτηρια στην φυγη, φυγη ,ποσο ωραια ακουγεται αυτη η λεξη στο χαος που επικρατουσε . Και μονο ετουτη η λεξη ετρεμε στα ενδοτερα της σκεψης μου ''φυγη , φυγη , φυγη''. Νομιζα οτι κινουμουν ομως στασιμος εμενα στον χρονο πενιχρος και αστειος αναμεσα στισ φωνες και τις κραυγες να κλεινω τα αυτια και να απαγγελω ονοματα και ανθη, να προσπαθω σαν καρικατουρα να ξεφυγω απο ολες αυτες τις γομολαστιχες που ηταν στο κατοπι μου. Και καταμεσης της μικρης μου εσωτερικης Βαβελ , σιωπησαν οι κραυγες και σωπασαν τα στοιχεια, βρηκε παλι η νυχτα το μαυρο της και εγω σταματησα να τραυλιζω την σκεψη μου. Ετσι λοιπον παρελυσε το ακουσιο των κινησεων μου και αποσβολωμενος σαν παιδι ξεμεινα παλι να να κοιταζω το προσωπο της μιας και ηταν εκει να προδωσει στα ματια μου το υπερφυσικο της υπαρξης της, τοσο κοντα που μπορουσα να εξετασω ακομα και τις αμυχες του δερματος της. Και σαν θεος πιο δεκτκοσ , σχεδον προσωπικος με καλεσε στο νου μου να την αγγιξω. Επιασε τα χερια μου και τα εκρυψε στα δικα της και οδηγοντας της ακρες των δαχτυλων μου στο κοκκινο των χειλιων της. Ετσι με τετοιου ειδους προσκλησεις γοερες διαπερασε σαν λεπιδι κοφτερο την ηθικη μου. Και υστερα μιλησε:
''Ειναι η λεπιδα που σε πονα ή η πλοκη; Μηπως πονας γιατι φευγεις νωρις; Ή μηπως ειναι βαρυ το λεπιδι που βρισκει θηκαρι στα σωθικα σου;''
Και οι περιπτυξεις συνεχισαν μεχρι που το μελανι στερεψε ,το χαρτι ασπρισε και η μεθη μου σαν θυληκο κλασσικο αρχισε και αυτη να με εγκαταλειπει σιγα-σιγα . Και στο ανθος της παρακμης μου μου επιασε το χερι και το εσπρωξε πανω στο χαρτι , μουσα με θελγητρο αητητο που με φωνη ανηκουστη μα γηινη , τρεμοπαιζει σαν την λογικη μου νοτες ερωτικες και απο σαρκα φτιαγμενες. Ετσι λοιπον σαν να αλλαξαμε κορμια αυτη εκοψε και εραψε την πενα μου σαν δοξαρι που στην γλωσσα της προσδιδει κυρος στο πραγματικο και αληθινο.
Και παλι ομως σηκωσε το βλεμμα της απο το γεματο μου χαρτι αφησε το χερι μου και σταματησε. Ειχε ξημερωσει και τραβηχτηκε εκει που γεννηθηκε σε μια σκοτεινη γωνια της σκεψης μου ,εκει που παντα θα βρισκει σπιτι . Τυλιξε την νυχτα στα μαυρα της μαλλια και μαρτυρησε την υποταγη της στο χερι μου, πριν ο αλεκτωρ λαλησει τρεις και επιβεβαιωσει αλλη μια προδοσια
    Σηκωθηκε ο ηλιος λοιπον και γω ανθρωπος σαν γεννηθηκα βρεθηκα στην αμηχανια βουτηγμενος και μεσα στο πρωινο μου μουδιασμα ταυτισα τον λογισμο μου και αναλογιστικα: ''Αξιον εστι;''

Μαινεται λοιπον,
μια ιστορια που γεννιεται και πεθαινει
στο σαιξπηρικο σανιδι
και αγγιζει τα ορια του αθεραπευτου
τα ορια
που τοσο ζητω να ξεπερασω...


  τέλος...

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Summer Rose (Part 3)

Περασε καιρος πολυς με μεγαλοπρεπεις συζητησεις καταστασεις μπλεγμενες και μια ιστορια να τρεμει στην σελιδα, να περιμενει να γραφτει να αναζητα και αυτη τον ορισμο της. Ηρεμοι καιροι, καιροι καινουργιοι ηρθανε και κουβαλουσαν τα αρωματα της, αρωματα απο ονειρα ξενα που απο το πλαι της ζωης εμαθα να ασπαζομαι την μοναδικοτητα της παρουσιας της. δεν ηταν εκει, δεν ηταν κοντα μου. μεε προσεχε ομωςκαι φροντιζε να μου γελαει. μεσα απο εκεινο το χαμογελο ομως εγω σταματαγα να νιωθω ατελης. και μας πηραν τα χρονια στου νου μου την σφαιρα να μιλαμε και να μιλαμε, συζητησεις οντως μεγαλοπρεπεις, πνευματα που φορτιζουν την ατμοσφαιρα με ηλεκτρισμο. Και οταν ερχονταν η ωρα να φυγει σκοτινιαζε ο καθρεπτης και μικρος σαν ξεμενα πισω, σε καποιο βιβλιο θα εκρυβα την ντροπη μου καθε φορα που ο χρονος εκλεινε το φως στην γαληνη του κρεβατιου μου. Σαν αναξιος Baudelaire στο ασπρομαυρο της μοναξιας μου τυλιξα τον ποθο μου, και σε ξενη μουσα εδωσα την πενα μου τον παρον για μενα αυτη να γραφει. Ποσο ομως πεθυμησα τα αρωματα και τις αλχημειες, την διασπαρτη ηδονη που φορτιζε τα ματια μου με συναισθημα και αναγκη για περισοτερο, ο γλυκος εθισμος στην παρουσια της. ακομα ακουω τισ σταγονες που ηρθαν να τρομαξουν τους βαρβαρους απο τα σωθικα μου μα εγω εκει ημουν ταγμενος σε μια αληθεια που δεν γνωριζω, μια αληθεια που δεν ακουει στο ονομα μου, μια αληθεια κατα το ημισυ δικη μου και κατα το ημισυ του ουρανο. Γιατι αυτος ξερει. γνωριζει την γευση των χεριων της, γνωρισε την αλμυρα του κορμιου της.
Τι ζητω λοιπον απο εκεινους που φτιαχνουν την βροχη;
Να 'ρθω σε επαφη με τους ζωντανους...


Εν εξελιξη...

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Summer Rose (Part 2)

   Δωστε προσοχη παρακαλω, πωλειται μοιρα δεκτες και οι ανταλλαγες! Καποιες φορες στην απογνωση ετρεχα οπως και τοτε να πρακαλω τα διαμονια να με παρασυρει καποιος διαβολος στην δικη του ερημο και τους δικουσ του πειρασμους να δεχτω μεσα απο τα θολα βλεμματα και τους καπνους απο τους τοπικους ναργιλεδες. Μιας και προσφορα δεν υπηρξε καμια γυρισα πισω στισ σκιες που τοσο σπιτι μου θυμιζουν, οι θορυβοι τους, οι μυρωδιες τους, οι υφες τους. Αγυρτης γλυκος λοιπον εμφανιστηκε εμπρος μου, ακροβατης της πιο ακραιας πραγματικοτητας, να φερει τα γνωστα ακουσματα απο ερωτες και λοιπα γλαφυρα συναισθηματα. Ηταν σαν πρωτα , η τακτικη επισκεπτης μου συστηθηκε και χαθηκαμε στις κουβεντες  30 φορες. Και σαν μουσα πορνη δεκτικη συρθηκε στο κρεβατι για να λανσαρει την πραματια της: γλυκειες παραισθησεις με μια ιδεα ηδονης. ετσι και εγω, σαν αγοραστης αδυναμος και τακτικος ξοδεψα οτι δυναμη ειχα γλυτωσει απο την ναρκη και την αισθηση μιας θειας ευφοριας για να κρατησω μνημες, μνημες που αργοτερα αγαπησα σαν παιδια μου.Ξαπλωσε λοιπον και η νυχτα για εμενα επερνε τισ αποφασεις. Στο αυτι μου εσκυψε και μου ψιθυρησε τον λογο της για να τον σφραγισω σε ασημενι κουτι.Ασωτος και ανεπιστρεπτι χαθηκα στην διαστολη της κορης και ασπαστηκα το καλεσμα, μια επιθυμια εσωτερικη που με καλουσε να ασελγησω στην ηθικη μου. Μου ειπε να σωπασω...
''της ηδονης την ωρα κανενας δεν μιλαει..."



   Μαινεται...


Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Summer Rose (Part 1)

Στα 18 μου καλοκαιρια ατενισα για πρωτη φορα ανεπαφος και απερισπαστος. Ατενισα τους ωκεανους και μεσα στον θορυβο και τις τοπικες βοες βρηκα μια ησυχια, μια σιωπη που τοσο ποθουσα. Ενα λιμναζων κλιμα που ταραξε εκεινη  σαν γλυκεια παραισθηση απο χημειες αμαρτωλες χτενισε την  ψυχη μου σε βλεμμα. Πλησιασε και συστηθηκε με ονομα σαν τριανταφυλλο. Και 30 φορες χαθηκαμε στισ γνωριμιες. Καπως μονοπλευρα δε. Eκεινη απλως σωπασε και βουτηξε τα ποδια της στην θαλασσα και αφησε το νερο να γινει ο δικος της ερωτας ,το δικο της κριμα που αν ακομα αφουγκραστω την σιωπη μου θα το ακουσω να ταξιδευει στο παιδικο της σωμα. Ετσι και γω ασπαστηκα τους ωκαεανους και συνοδευσα την παρουσια της στα αδυτα προσποιουμενος οτι κι ομως, θα περασει, θα μαθει η αναγκη να κατευναζεται και να ηρεμουν τα στοιχεια στο ακουσμα της, θα σβηνει η ψυχη και θα ξεθολωνει το ματι απο ολα αυτα που κατοχικα και τυρρανικα εχουν επιβληθει στο ανημπορο παιδι που κατοικει αναμεσα στουσ κροταφους μου. Ετσι αφεθηκα στο ασπρομαυρο της μερας. Την αφησα να μπει στο σκοταδι που ειχα αμπαρωσει μεσα στην καρδια μου και να γλυστρησει οπως μονο εκεινη μπορουσε στο απυθμενο της κενοτητας που μεχρι τοτε θυμιζε το βαρελι που απεγνωσμενα ψαχνει να βρει τον πατο του. Ηταν οντως μαγνητικη. Ισως και για αυτο να αρχισαν να δακρυζουν οι ουρανοι, πανω στην αλμυρα των χεριων της. Αν ειχα ψυχη τοτε θα δακρυζα και γω για να ειμαι ειλικρινης.Ετσι εμαθα να ζηλευω και φθονω τους μοναρχες της βροχης, γιατι εκεινοι δεν γνωριζουν απο αλυσιδες δεσμα και ερωτες. Περασαν λοιπον οι μερες μαζευτηκαν σαν τα φυλλα του χρονου αγγιζοντας το προσωπο μου με το στιγμα που εκεινες γνωριζουν, στιγμα τσουχτερο με αρωματα και γευσεις αλκοολουχες που τρεχουν γυρω μου ανιερες και παδικες, εφηβικες μνημες που ξεχαστηκαν και μειναν μοναχες. Περνουσαν και περνουσαν και κλεισμενες στην μνημη εμειναν οι μερες σαν να πλανιουνται απο τα ματια μου μπροστα ξανα και ξανα σαν κοσμικες στιγμες ομορφες και αγαπητες, χωρις εκφρασεις ομως περριτες, και εμαθα μεσα απο το γυαλινο θηριο της σκεψης μου να ερωτευομαι τον χρονο. Σφραγισμενος στο δωματιο μου, ακουγοταν οι ψιθυροι μεσα απο το κεφαλι μου σαν ταινια που τραυλιζει το ονομα της στην σαλεμενη μου ακοη :Τριανταφυλλο...Και αγνωμονας σαν γεννηθηκα απτραβηχτηκα , αποξενωθηκα και κρυφτηκα απο ανθρωπους. Στην ευωδια της σκονης συρθηκαν τα χτυπηματα στην μικρη και απαστραπτουσα ψυχη και βρεθηκα σε ξενα μονοπατια να νιωθω μια ελξη ξενικη να με ελκυει προς την υλη...

to be continued....

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Finished with my woman 'cause she couldn't help me with my mind...

Καθε φορα που επισκεπτομαι τον εν λόγω ιστότοπο, νιωθω μια στυγερη ανατριχιλα να ανεβαινει στην σπονδυλικη μου στηλη, ενα δεος με ονομα και ουσια που κατ'εφημησμον λεγεται τεχνη. Εγω το αποκαλω οξυγονο, μια μικρη ανασα ευδαιμονιας που συνηθως διαρκεί κανα μισαωρο , οσο κανει δηλαδή μια αναρτηση να γεννηθει, να αποκοπεί και στην συνεχεια να ακολουθησει την δικη της προσωπικη πορεια, το παιδι που αγαπω μεχρι να γεννηθει και αμεσως  μετα εμβαθεινει την αδιαφορία που νιωθω τοσο για αυτο οσο για τα αδελφια του. Μια νοσηρη κατασταση που ο καθε φιλοτεχνος ονομαζει τοκετο, δημιουργια.Εγώ του δινω ομως ονομα ξενο μιας και κοιτω να απαλύνω και ετσι για λιγο να γεμισω την τρυπα , το εκ γενετης κενο που κυριαρχει στο στηθος, και εκ μεσου κάποιας φαυλης δημιουργιας να αναγενηθω απο σταχτες που δεν ειναι δικες μου.Νοσηρες καταστασεις που ουρλιαζουν αναμεσα στους κροταφους μου και ζητουν μια προσοχη απαραμιλη. Ξερω γαματο ε; Και χωρις αλλες υπεκφυγές ειμαι μονός πανω στην σκηνη, ο ψυχαγωγος σας για απόψε αγαπητέ αναγνώστη.Κινω τα νηματα των δικων μου χεριων και παιζω τον ρολο μου στο ασυνθετο τουτο χαος που λεγεται ζωη. Κωνσταντινος εκ σχεδιασμου, μια σκοτεινα ονειρευομενη μαζα που κινητε αναμεσα στις λεξεις και αποσκοπει στην ησηχα του σπιτιου. Αν και αυτο δεν με αναγνωριζει εγω το ζητω και μονο για εκεινο γραφω και μιλω.Ενα σπιτι με γευση αρωμα και αισθηματα. Το δικο μου σπιτι. Και ετσι γυρνω, γυρω γυρω τριβελιζω την αναγκη οπως με τριβελιζει και εκεινη και σαν πυρετος νωχελικος μου στερει το δεος μου για  ζωη και στολιζει με μια χαρακτηριστικη απαθεια το προσωπο,μου δενει μια πενα στο χερι και σηκωνει καθετα το μπουκαλι για εμενα. Η πολυποθητη κυρια που αγαπω και με επισκεπτεται καθε βραδυ στις 00:24. Τακτικη και αναιδης εισβαλει παλι στον λογισμο μου και ασελγει στην ηθικη που κρυβεται μεσα μου , με ανυψωνει και με δενει στην μαγεια της, στον θορυβο της φωνης μου κρυβει τα λογια της και με αφηνει μοναχο οποτε την χρειαστω, μια συζυγος που δεν μου ειναι πιστη την μοιραζομαι και κοιτω τον εαυτο μου να την κλεβει απο μενα... Κοσμικες στιγμες που ομορφα χανονται...

Με λενε Κωνσταντινο, ειμαι 18 και επισης ειμαι ηλιθιος και μεταδοτικος...