Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

If you ever really wanna get lost, then follow me

Και να φανταστείς ότι νόμιζα πως είχα χάσει την δύναμη, ότι η πνοή είχε φύγει και ότι η πένα καλά την άραζε μέσα στο συρτάρι δίπλα στο απαγορευμένο κουτί που κρυβόταν το εγώ. Και σαν φευγαλέα εικόνα έμεινα μοναχός και δεν έχασες χρόνο  ξεπετάχτηκες από το κουτί, με τα δόντια σου κοφτερά όσο τότε. Λες και δεν πέρασε μια μέρα λες και δεν αλλάξαν οι παραστάσεις λες και μείναμε εκεί. λες και ο χρόνος σταμάτησε  έτσι μόνο για να μας κοιτά.Και ξαφνικά βρέθηκα μέσα σε όνειρο να περπατώ έξω από το σπίτι που ζούσα μαζί της. Που ξυπνούσα διπλά της και κοιμόμουνα αγκαλιά της, μα ήταν  αδειανό από μας , από όλα αυτά που κουβαλάγαμε, από τα πάντα. Άπλα μπήκα από την ανοιχτή εξώπορτα και προχώρησα ατενίζοντας ένα ένα όλα τα δωμάτια και κοιτάζοντας πόσο σε αγάπησα σε κάθε ένα ξεχωριστά. Στο τέλος του διαδρόμου ,εκεί που σε κοίμιζα αγκαλιά μου δεν είχε τίποτα, ούτε κλίνη ,ούτε αγάπη ,ούτε στοργή. Κενό, με μοναδική εξαίρεση  έναν καθρέπτη που ξέμεινε εκεί να αντικατοπτρίζει όλα εκείνα που έγιναν εκεί. το πόσες φορές σου είπα σ'αγαπώ μπροστά του και πόσες φορές με έπιασα να ξυπνάω γελαστός. Όταν τον κοίταξα δεν είδα το είδωλο μου όμως. Είδα εκείνον να με κοιτά μέσα από το ασημί. Δεν μίλαγε απλά κοιτούσε ζοφερός όπως τότε και τρομακτικός αρκετά για να με κάνει να γονατίσω. ''Με θυμάσε;'' μου είπε. στην αρχή αρνήθηκα και αρνιόμουν να του απαντήσω, μέχρι που η ερώτηση άλλαξε: ''Πώς με λένε;''. και τότε βρήκα ανάμεσα στα τρεμάμενα χείλη μου την δύναμη να απαντήσω : ''Το ξέρω το όνομα σου, στοιχειό σε αυτό ακούω και'γω!''. Τότε μου χαμογέλασε και συνέχισε να μιλά: ''ποσο πίστευες ότι θα κράταγε,ε; Πεντε μήνες, δέκα μήνες ένα  χρόνο; Μετά πάλι στην δικιά μου αγκαλιά θα γυρνάς και εμένα θα θυμάσε σαν τον σκοτεινό σου πατέρα, αδερφό και γιο. Εγώ ήμουνα πάντα εκεί, αυτή που ήταν; Πού ήταν όταν σου χτύπαγα το τζαμί και βραδύ πριν κοιμηθείς; Ναι, τότε που άρπαζες το κινητό να της πεις ότι την αγαπάς. και νόμιζες ότι αυτό  θα σε σώσει ε; Νόμιζες  ότι  λίγες λέξεις θα'ταν ότι χρειάζεσαι για να με κλειδώσεις πίσω στο κλουβί μου, σωστά; ότι εγώ θα υπακούσω σε σένα και ότι μια μέρα θα είσαι ελεύθερος να γίνεις και εσύ άνθρωπος. Ότι  κάποτε θα την αγκαλιάζεις χωρίς να φοβάσαι ότι θα την πληγώσεις και ότι θα πληγωθείς. Ότι θα την κοιτάς χωρίς να ντρέπεσαι για αυτο που είσαι. 'Ομως δεν μπόρεσες να την κρατήσεις, ούτε να την κοιτάξεις, ούτε να την αγκαλιάσεις.'' Σχεδόν σπασμένος σαν ήμουν και ζαλισμένος ελαφρώς μέσα στην στροφή την βίαιη του δωματίου σήκωσα δειλά το κεφάλι μου και τον κοίταξα λες και την είχα πλάι μου, γεμάτος δύναμη και με σχεδόν σταθερή φωνή του απάντησα: ''Δεν έχει τελειώσει ακόμα, αυτήν την φόρα θα μείνεις εκεί πίσω από το ασήμι , πίσω και μακρυά από μένα ,σαν σκιά θα σε εξοντώσω και με τα αρώματα της θα σε βγάλω από την ψυχή! θα σηκωθώ με το δικό της χαμόγελο και θα σε πατάξω! Με την δικιά της πνοή θα σε ξορκίσω! Και το δικό της χέρι θα σε ξεριζώσει από μέσα μου σαν ασθένεια που βρίσκει τη γιατρειά της θα χαθείς πίσω σε όποια γωνιά του μυαλού μου γεννήθηκες, και γω θα ξαναγίνω άνθρωπος!'' Μα πριν τελειώσω την πρόταση πετάχτηκε από τον καθρέφτη σκορπώντας τον παντού και σε μια έκρηξη βιας με έπιασε από τον λαιμό και μεγαλύτερος σαν ήταν από μένα με  σήκωσε τόσο που τα πόδια μου δεν άγγιζαν το πάτωμα. Κοίταξε το μελανιασμένο μου πρόσωπο, και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων ούρλιαξε με μια φωνή κολασμένη και σκοτεινή όσο βαριά:''ΞΥΠΝΑ ΜΑΛΑΚΑ ΕΦΥΓΕ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΣΕΝΑ''! Θα σε φάω θα σε μασήσω και τα κόκαλα σου θα φτυσω να τα κάψει το φως της μέρας που ποτέ δεν είδες. Θα σε ξεγυμνώσω και θα σε πετάξω στα σκυλιά! Σκόνη θα σε κάνω και θα σε αφήσω πάνω της, εκεί να βλέπεις την ευτυχία της και εσύ να πονάς που δεν είναι η μισή δική σου. Kαι όταν νομίζεις οτι θα τελειώσει θα σου δείχνω όλα όσα έζησες μαζί της, όλα όσα έχασες εξαιτίας μου!''. Προσπάθησα να παλέψω, αλήθεια, καθώς  ένιωθα την ζωή να γλιστρά σιγά σιγά από μέσα μου και να χύνεται στο πάτωμα που κοιμόμασταν κάποτε. Σε μια προσπάθεια να ξεφύγω άρχισα να τινάζομαι και άνοιξα το στόμα, κοίταξα ψηλά και για 2 δευτερόλεπτα ήμουνα ξύπνιος και όρθιος μέχρι που ένιωσα το χέρι του να με τραβά πίσω στο όνειρο. Άρχισε να σφίγγει την θηλιά που είχε κάνει με τα χέρια του και με χλεύασε λέγοντας:''ειναι το μαχαίρι που σε πονά ή η πλοκή;''. Τότε σταμάτησα να τινάζομαι και πέταξε το τσακισμένο μου κορμί μακρυά. Και ξαφνικά, έτσι για λίγο, νόμισα ότι σε είδα. Σε είδα πεσμένος κάτω, σπασμένος και σχεδόν νεκρός. Και σου χαμογέλασα  σηκώνοντας το χέρι μου για να βρει το δικό σου. Μα μπήκε εκείνος μπροστά και μου είπε:'' Δεν είναι εδώ, αλλά τι να έκανα, αν φύτευα λίγη ελπίδα μέσα σου τότε θα ειχα  κάτι να τσακίσω. και κούνησε το χέρι του και έσπασες σαν καπνός. ;Άρχισε  τότε να με γροθοκοπαει και να σκάβει το στερνό μου με τα χεριά του λες και ήθελε πάλι να μπει μέσα. Έπεσε το κεφαλι μου και είδε στην πόρτα της κουζίνας τον μικρο μου εαυτό δεν θα ήμουν πάνω από 5 χρονών, να κλαίει και να φοβάται. Επειτα, με σήκωσε, με πέταξε αλλού και ήρθε από πάνω μου να συνεχίσει το βάρβαρο έργο του. Και τότε σε ξαναείδα να μου γυρνάς την πλάτη και να φεύγεις. Μονό τότε δάκρυσα. Όταν πια βαρέθηκε έκατσε στην γωνιά να κάνει ένα τσιγάρο να ξεκουραστεί. Έγω  ακόμα ήμουνα μισοπεθαμένος και αιμόφυρτος στο πάτωμα όταν τον άκουσα μέσα από την θολούρα μου να μου μιλά. ''Φσιτ ε, μ'ακους; Πώς με λένε;'' με ρώτησε.  Του απάντησα τραυλίζοντας όπως και πριν. και όταν πήρε την απάντηση του με ξαναρώτησε:''και τι είμαι;''. Τότε  γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη και ξέσπασα σε λυγμούς. και αφού δεν άκουγε την απάντηση μου φώναξε από την γωνιά του:'' ΤΙ ΕΙΜΑΙ;''. Λύγισα όμως αυτήν την φορά,  έσπασα και του απαντησα'': Το σκοτάδι μου.'' .''Ετσιι'', είπε γελώντας με ικανοποίηση και αφήνοντας τον καπνό να φύγει από το στόμα. Και τότε έχασα τις αισθήσεις μου και ξύπνησα στο κρεβάτι μου, με το σώμα μου ακαιρεο και όλες τις μνήμες εκεί στου μυαλού μου τα απόρθητα

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 20 και επέστρεψα

.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

When you kiss me, heaven sighs And though I close my eyes...

Κάποτε ήμουνα ωραίος,ακμάζων, ημιτελής και περιστρεφόμενος ήρωας μια προσωπικής ιστορίας, ένας περιπλανώμενος παλιάτσος,  κάτοχος της πένας που τόσο πίστα υπηρέτησα στην ζωή μου. Όμως μια μερα γνώρισα την ήπια ,την ήρεμη ,την μούσα την ωραία την μικρή τσαχπίνα πριγκίπισσα των χειμωνιάτικων φαντασιώσεων μου στο χιόνι . Και έτσι μια νύχτα του Φλεβάρη ξεκίνησα να σολάρω στους δρόμους σε μια ζωή ροζ, όμορφα νοθευμένη και κατέληξα κάτω από της όμορφες άυλες του κάστρου που τη φύλαγαν κρυμμένη από την απέραντη και ασύμμετρη αγάπη που είχα και έκρυβα μέσα στα στήθια για εκείνην. Μέσα μου όμως μίλαγαν οι μνήμες και ερμήνευαν σκηνές λες και ήταν από κάποιο μιούζικαλ βγαλμένες . Έφτασα λοιπόν  Ρωμαίος κλασσικός κάτω από το σπίτι της  το πανώριο και μίλησα  μυριάδες λέξεις στο ρυθμό της νυχτιάς εκείνης , μοναχός χόρευα με τα μάτια κλειστά και στοχαζόμενος την εικόνα της να κυλάει στο μυαλό μου. Και εκεί που μας έχασε η νύχτα στην άτσαλη περιστροφή, ξύπνησαν τα όνειρα μου τα αμέτρητα και την κατέβασαν από τον πανύψηλο Πύργο που σφραγισμένη την είχαν και  χωρίς αναστεναγμούς ή άλλους λοιπούς συναισθηματισμούς ξετυλιχτήκαμε σε χορούς που δεν θύμιζαν την εποχή μας. Τα δικά της μαγούλα ροδοκοκκίνιζαν στον άνθος της νύχτας και εγώ σαν σωστός καβαλιέρος έδωσα το χέρι μου ως μονάκριβη πρόσκληση σε ένα μαρτύριο για δυο που από τα βαθύ της αρχαιότητας ονομάστηκε έρως. Στα πέπλα λοιπόν του μικρού θεού  ξετυλίχτηκε η νύχτα και σιγά σιγά , δειλά δειλά έφτασε η μικρή ντροπαλή κορασίδα κοντά στα χεριά μου. Xωρις λοιπόν να χάσω χρόνο την τράβηξα και χαθήκαμε στους ήχους της σκηνής εκείνης της ροζ που ομιλάγανε κάποτε τροβαδούροι πλανόδιοι ερμηνευτές του συναισθήματος και ξεσήκωναν τις φαντασίες με τις περιπέτειες του τελευταίου ζωντανού θεού.
''ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΣΑ''  της φώναζα καθώς η νύχτα την τραβάτε κοντά μου και χανόμασταν στην συστολή του Ήλιου και στους όμορφους και ανάλαφρους ήχους της τρομπετας που έπαιζε ο μορφέας για τον χορό μας. Ήταν ένας χορός μαγικός και σχεδόν εξωτικός.
Ακόμα μαίνεται και απρόβλεπτος καθώς τον γεννήσαμε έτσι θέλησε να παραμείνει μια ασύμμετρη μάζα ερώτα στα χέρια μας που τακτικά εξελίσσεται στο μικρό ταλαντούχο συναίσθημα που κάποτε ονομάσαμε στα κρυφά και ορκιστήκαμε το όνομα του.

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 19 και κάπως έτσι έμαθα να κοιτώ προς την μεριά του ουρανού

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Well I feel like she's talking in a language I don't speak...

Και πάλι εδώ, λες και δεν φύγαμε ποτέ. Eσύ εκεί , να μιλάς και εγώ να πνίγομαι στις λέξεις, σαν παιδί να προσπαθώ να αγγίξω την απουσία και μέσα από κάποια φειδωλή ανάμνηση να συνθέσω κάτι. Και κομπιάζω,λες και δεν μπορώ να γράψω λες και δεν έμαθα ποτέ.Άλλα έτσι δεν ήμασταν πάντα; Εγώ να προκαλώ την ομιλία σου και εσύ να με βλέπεις να τυλίγομαι στις φλόγες και έπειτα να αναβλύζω από τις στάχτες μου αφήνοντας πίσω το παλιό μου δέρμα. Αέναη η χημεία που καταντά εκρηκτική,σχεδόν εθιστική μα πάνω απ' όλα βαθιά ριζωμένη στου στέρνου τα απάτητα. Δεν μιλάς ε; Σαν πως μίλαγες ποτέ; Πάντα εγώ μίλαγα, εσύ απλώς κοίταζες, με γονάτιζες και έπειτα με παρατηρούσες αμέτοχη να περιστρέφομαι , να ξεκολλά η ανθρωπιά από το δέρμα και να καταλήγω στην μορφή που προορίστηκε για μένα, κοφτερή σαν λεπίδι και σκοτεινή σαν έρωτας ανεκπλήρωτος, τακτικός παρατηρητης των πάρε-δώσε σου με τους άλλους. Δεν είναι αληθινό αυτό, δεν είναι η θέρμη του σώματος μου αυτή. Γιατί έγινα έτσι ψυχρός, σαν να τρέμει το είδωλο μου κάθε φορά που με παρατηρώ σε κάποιον καθρέπτη; Άλλα έτσι με έμαθες να ζω. Εσύ να μου ψιθυρίζεις ανάμεσα από τις σκιές, είσαι δεν είσαι εκεί, και εγώ να υποτάσσομαι στον λόγο, σου στην βούληση σου λες και είμαι παιδί ακόμα και τώρα μαθαίνω να ξεχωρίζω το χαστούκι από το χάδι. Και κάποιες φορές πραγματικά αναρωτιέμαι πως θα ήταν άραγε ο κόσμος εκείνος που όσα έχω απαρνηθεί και πλέουν στο άγνωστο θα αποκαλύπτονταν και θα γνώριζαν την επιφάνεια. Αλλά μάλλον δεν θα μάθω ποτέ. Ζω την ζωή μου έτσι όπως την ζω. Και η επιβίωση αγιάζει τα μέσα.

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 19 και...αυτά.


Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Gold hidden by rock and sand

Κάποιες φορές απλά στέκομαι . Δεν κινούμαι, δεν μιλώ, δεν αναπηδώ εδώ και εκεί, όχι. Είμαι άπλα ακίνητος και δεν θα πω ψέμματα κάθε φόρα που αυτό γίνεται τείνω να βλέπω την ευτυχισμένη εκδοχή της στιγμής εκείνης να εκτυλίσσεται μπροστά μου τόσο ρεαλιστικά που σχεδόν μπορώ να αντιληφθώ την στιγμή και να ασπαστώ το συναίσθημα της. Και έτσι αυτή η στιγμή δεν είναι σαν τις άλλες. Αν και είναι 3-4 δευτερόλεπτα την φόρα είναι εκείνη η στιγμή που με τρομάζει πιο πολύ, γιατί άρχισα να συνειδητοποιώ ποσό άδειος είμαι. Πόσο σκυλί είμαι. Ένας μικρός, πενιχρός και τρομαγμένος σκύλος, μια ζωή κρύβομαι στις σκιές μιλώντας για τις καλύτερες μέρες που θα έρθουν και όμως όταν κάποτε φτάσουν, εγώ δεν θα είμαι εκεί. Εγώ δεν θα είμαι στον παράδεισο που σχεδίασα για μένα. Θα γυρεύω μια άλλη κόλαση που θα κινεί τα νήματα μου. Θα τριγυρνώ εδω και εκεί και θα πηγαίνω από τζάμι σε τζάμι βλέποντας όλα αυτά που ζητούσα άλλα δεν ειχα το θάρρος να αδραξώ, ένα κομμάτι ζωής ανα βιτρίνα. Και έτσι ίσως να είναι για μένα. Αφού δεν μπορώ να αλλάξω τον εαυτό μου σε κάτι καλύτερο τότε θα μείνω εκεί που ξέρω να στέκομαι καλύτερα. Θα είμαι παντα πίσω από το τζάμι και θα βλέπω το καινούργιο και αλλιώτικο να εισβάλλουν στην ζωη μου στην σφαίρα της φαντασίας όσο εγώ, ζεστά ζεστά και ''ακμαζων'' αρκετά θα είμαι στο κρύο έξω από το τζάμι και θα φοβάμαι να γίνω πραγματικός μέσα εκει. Και εκεί εκτυλίσσεται για μένα το καλύτερο πιθανό μέλλον. Η Ευτυχία που τόσο αγνά υμνούσα κάποτε ,πότε δεν αργούσε στα ραντεβού μας. Πάντα εγώ αργούσα. Πάντα εγώ ήμουν εκείνος που τρόμαζε στο άπιαστο και χάνονταν στο μέτριο.
Εκεί λοιπόν είναι η θέση μου, ανάμεσα στις θέσεις άλλων ανθρώπων , η δίκη μου στάση είναι ο δρόμος και ο δρόμος συνεχίζει.

Ή όχι;

Με λένε Κωνσταντίνο, ειμαι 19 και ο δρομος μου ειναι ακομα στην αρχή

Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

Spotless

Δεν μπορώ να πω  πως πάντα ήξερα τι θέλω. Ίσως για αυτό πάντα ήμουν χύμα, μια αμφιταλαντευόμενη μορφή και συνήθως έξω από αυτόν τον κόσμο, πάντα κάπου χαμένος στου κεφαλιού μου τα ενδότερα, αγνοώντας και απορρίπτοντας τα εγκόσμια. Έτσι με βόλευε και ήταν ένα ενδιαφέρον lifestyle. Και εκεί που βρισκόμουν όμορφα στεκούμενος στην απόλυτη ερημία την δροσερή και ηδονιστική εκείνη τοποθεσία που με γνώριζε ως αρχιτέκτονα, συνειδητοποίησα ότι ήμουν μικρός ακόμα και ας υποστήριζα πάντα ότι η ψύχη μου ήταν ένα γέρικο χαζό σκυλί. Ένα γέρικο, λευκό, χαζό σκυλί που πάντα κυνηγά τα αμάξια χωρίς να ξέρει τι να κάνει αν κάποτε ένα από αυτά σταματούσε. Και έτσι βρέθηκα να κινούμαι ανάμεσα στους ανθρώπους, να ζω μαζί τους να γελάω μαζί τους και να τρώω μαζί τους. Και όπως ήταν αρκετά αναπόφευκτο ερωτεύτηκα τους ανθρώπους και τα λάθη τους. Κοίτα με , μιλώ λες και δεν είμαι ένας από αυτούς, λες και εγώ δεν γεννήθηκα απλά υπήρχα και στην πορεία έμοιασα με αυτούς. Με εκείνους που πάντα κοίταζαν τα παιδικά μου μάτια και απορούσαν. Κι όμως μετρώ 19 μόνο χρόνια σε αυτόν τον κόσμο, και κάθε φορά που λέω ''ρε πούστη τα έχω δει ολα'' έρχονται να με ανατρέψουν σχεδόν κωμικοτραγικά. Μα όσο και αν μοιάζει, αυτή η ωδή δεν έχει τα μυριάδες ονόματα των ανθρώπων που παρατηρώ συνεχώς. Έχει ένα. Ένα μικρο όνομα που ενίοτε θυμίζει φακές. Εμένα πάντα μου μοιάζει απολλώνιο. Αλλά τι να κάνουμε; Εκπλήσσομαι και συνεχίζω...

Με λένε Κωνσταντίνο, είμαι 19 και από μικρός ήξερα να παρατηρώ τα θαύματα όταν αυτά άρχιζαν να ξετυλίγονται μπροστά μου.  

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Such imagination seems to help the feeling slide, I'll take it by your side...

Kαποτε σηκωθηκε απο την θεση του και σταθηκε στα δυο του ποδια. Tην κοιταξε στα ματια και χαθηκε στο αχανες και απροβλεπτο τις ιριδας, στην συστολη της ατσαλης κορης και στην διατολη της ψυχης. Tης εκανε νοημα να τον ακολουθησει και εκεινη απλως υπακουσε. Πλησιασαν το νερο και εκεινος χαθηκε στην αλμυρα λες και δεν γεννηθηκε στο αχανες, λες και η θαλασσα του ηταν ενα μυστικο καλα κρυμμενο απο ανθρωπους και ιστορια. γδυθηκε για να ειναι γυμνος μπροστα της. Δεν αφησε τα ρουχα του και τον πολιτισμο του, απλως αφησε την ψυχη του ανοικτη, σαν σκοτεινη μικρη μαζα που δακρυζει φως όποτε τον στραβοκοιτουσε εκεινη.
Οπως και τοτε ετσι και τωρα πιαστηκαν και ανακατεψαν τις ψυχες τους. Εκεινος ηταν ο μισος μεσα στο νερο ενω εκεινη διασταζε. Και ετσι τραβηχτηκε εξω, την πλησιασε και την εκρυψε στην αγκαλια του, ο πενιχρος και σκοτεινα ονειρευομενος πριγκηπας ασπαστηκε το τριανταφυλλο του και αφησε τους ηλιους να κινουνται γυρω τους για αιωνες. Περνουσε ο καιρος περνουσαν οι ανθρωποι και ακομα εκεινη ζουσε στα χερια του και ο αλλοτε αρμενιζων αρχων τωρα γονατιζε μπροστα σε κατι το ανωτερο που λυγιζε το κορμι του και σφυρηλατουσε απο την αρχη την ψυχη, οπως οταν ηταν μικρος και μαθαινε να κρυβεται απο τα βλεμματα για να νιωθει ασφαλης στην μοναξια του. Και μετα απο αιωνες κρυμμενη στην αγκαλια του αποφασισε να φυγει. Τρομαγμενος της επιασε το χερι για να την συρει και να την κρυψει στα νερα, να την σωσει απο τον δυοντα ηλιο και το αμειλικτο του χρονου. Και τραυλιζοντας την σκεψη του της ειπε να καθισει στην αμμο. Αυτη αρνηθηκε μα στα ματια της φαινονταν η φλογα εκεινη που αγκαλιαζε το σωμα του μεσα στους αιωνες, οπου ενας ανθρωπος εζησε χωρις αλλους , χωρις αλλον ερωτα ,χωρις τροφη ,χωρις νερο και παλεψε με το γηρας για να μπορει να στεκεται διπλα της ακμαιος σαν εκεινη. Ω ναι, ηταν ακμαζουσα, μια μικρη αιθερια απολαυση που απιαστη σαν ειναι μου εμαθε και μενα να χανομαι στον στροβιλο της σκεψης, στην δινη του συναισθηματος που ισως να ειχα ξεχασει να αισθανομαι. γονατισαν και οι δυο και εκεινη ξαπλωσε κοντα του και αρχισε να τερπει τα ματια του σαν μουσα που γνωριζε ουσια σαν ιδεα που κινηται αναμεσα στα δαχτυλα του και απλως συνεχιζει να του ξεφευγει οποτε αποπειραται να την κανει δικη του. Ετσι και εκεινος ξαπλωσε και αρχισε νωχελικα να εξερευνα το κορμι της, ποτε με τα χερια, ποτε με την γλωσσα και ενιοτε με τον νου. Τα ματια του ηταν κλειστα. Δεν τον ενοιαζε καθολου μιας και καιρο τωρα ευτη βασιλευει στο νοερο της σκεψης του. Και μειναν εκει, μεχρι που τελειωσαν τα χρονια , μεχρι που σωπασαν οι καιροι και η νυχτα τους εκανε δικους της. Τοτε σηκωσε το χερι του και της εδειξε τον ουρανο. '' Εγω θα σου μαθω να κοιτας τα του ουρανου τα κοσμηματα και εσυ πως να ειμαι ανθρωπος'' σκεφτηκε και της μαθαινε για τον Τοξοτη και τον Σκορπιο, μα εκεινη δεν μπορουσε να τους δει, γιατι η νυχτα ηταν ακομη νεα και τα ψηγματα του ηλιου που κυριαρχουσαν στην δυση της εκρυβαν τον ουρανο. εκεινος απλως γελασε και την φιλησε τον λαιμο. Εκεινη δεν μιλησε απλως αγγιξε τα ποδια της για να κρυψει την ανατριχιλα. Αν κοιταζε σωστα και μπορουσε να δει και τον Τοξοτη και τον Σκορπιο τοτε θα κοιταζε και μεσα στα ματια του το ειδωλο της και ετσι ισως καποτε μαθαινε το αληθινο βεληνεκες της φυσικης και αρχεγονης ομορφιας της. Μα δεν το κανε. Σηκωθηκε και του ψιθυρησε οτι ειναι ωρα να φυγει. Και εκεινος απλως δεν της το αρνηθηκε αλλο, πηρε αυτος την πορεια του και αυτη την δικη της και χαθηκαν στην ωριμανση της νυχτας και στην απαστραπτουσα ιδεα που ειχε απομνημονευσει αυτος απο εκεινους τους καιρους που εκεινη ζουσε μαζι του,που ζουσε στα χερια του...

Με λενε Κωνσταντινο, ειμαι 19 και αυτο συνεβη στα αληθεια...

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

''She’s quite the talker she creeks and moans, she keeps me up..''

Ήρθε κάπως απότομα αυτό το καλοκαίρι. Έτσι όπως του έπρεπε να εμφανιστεί για να ξεπλύνει τις ζοφερές και ξεθωριασμένες μνήμες από τα προηγούμενα. Αρχίζοντας και φέτος το καλοκαιρινό βολτάρισμα πέρασα έξω από ένα σπίτι. Έναν οίκο που κρύβει μυστικά, σαν έμενα. Που κάποτε μεγαλοπρεπής καλωσόριζε την μέρα και τώρα ξεχασμένος από ανθρώπους και ιστορία έχει αράξει στις νύχτας την άκρη και μετράει τις αυγές, νιώθει το μέσα του να θρυμματίζεται από τα τις φύσης τα απλησίαστα. Λες να ευελπιστεί και αυτός σε ένα καλύτερο αύριο; Ίσως. Έτσι άλλωστε πρέπει να πιστεύει, αυτό του αρμόζει, να ελπίζει στο καλύτερο και να χάνεται στο μέτριο, να μάθει το κορμί να συμβιβάζεται και το πνεύμα να πέτα. Γιατί μου είπαν ότι όσο υπάρχει αέρας μπορούμε να πετάμε.Και από σήμερα επιλέγω να πετώ και να χάνομαι όπως είπε και ο Ελύτης ''στων βράχων το απλησιαστο''. Μια θα με βρεις εδώ, μια εκεί, ανάλογα με τους καιρούς μιας και σπίτι δεν γνωρίζω και η νύχτα καθορίζει το πρωινό μου. Και ας μου βγει και σε κακό, άλλωστε όταν πια θα κρυφτώ από αυτόν τον κόσμο και θα τον αφήσω να πάρει την ρότα του θα μπορώ να πω πως έμαθα να ζω και αν με κρύψανε οι σκιές ειναι γιατι καποια ανθη ανθιζουν την νύχτα και εκεινα ειναι που δεν θα μυρισεις ποτε στις ομορφες εικονες που εχεις σχηματησει για την ευτυχια. Θα εξερευνω το πρωι και το βραδυ θα εξιστορω αυτα που ακουσα και ειδα αναμεσα στα θηρια και ετσι θα γεμιζω της μερες μου, αληταρια που ξεμενει και μιλα για την ζωη απο την αδεια γαλαρια ενος μεταμεσονυχτιου λεωφορειου. Και ισως μια μερα να μπορω και γω να εναρμονιστω στο χαος τον ανθρωπων και να κοιμαμε μαζι τους αντι να νυχτοπερπατω, να αισθανομαι και να χαραζω το ξυλινο δερμα και να ματωνω απο χαρα για το περιεργο και ακατεργαστο της φυσης της ανθρωπινης. Ποντος ενας για το ξυλινο παιδι.
 
Με λενε Κωνσταντινο, ειμαι πλεον 19 και ειμαι εδω για να μιλησω για την ομορφια της μεταλλαξης.